fbpx
20.9 C
Serres
Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, 2026
No menu items!

ΑρχικήSTORIESΑΠΟΨΕΙΣΣέρρες: Περισσότερες οι ευκαιρίες που χάνονται παρά που δημιουργούνται (του Δρ. Δημήτρη...

Σέρρες: Περισσότερες οι ευκαιρίες που χάνονται παρά που δημιουργούνται (του Δρ. Δημήτρη Καμπούρη)

Ο παραγωγικός δυναμισμός μιας περιοχής συνιστά βασική διάσταση της αναπτυξιακής της φυσιογνωμίας, καθώς αποτυπώνει τόσο τη διάρθρωση και τη ζωντάνια της τοπικής οικονομίας όσο και τον βαθμό αξιοποίησης των βασικών παραγωγικών συντελεστών, δηλαδή της εργασίας και του κεφαλαίου. Υπό αυτή την έννοια, ο παραγωγικός δυναμισμός αντανακλά την ικανότητα μιας τοπικής οικονομίας να παράγει πλούτο, να δημιουργεί απασχόληση και να διαμορφώνει προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης μέσω της αποτελεσματικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων της.

Στην περίπτωση του Νομού Σερρών, η αποτίμηση του παραγωγικού δυναμισμού μπορεί να προσεγγιστεί μέσω ενός συνόλου βασικών δεικτών που αντιστοιχούν στους κύριους παραγωγικούς συντελεστές. Ειδικότερα, το επιχειρηματικό κεφάλαιο εξετάζεται μέσα από τον αριθμό και το μέγεθος των επιχειρήσεων, η εργασία μέσα από την πορεία της απασχόλησης, ενώ η οικονομική απόδοση αποτυπώνεται μέσω του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Σκοπός της παρούσας ανάλυσης είναι η αξιολόγηση της θέσης και της εξέλιξης του Νομού Σερρών ως προς τους παραπάνω παράγοντες κατά τα τελευταία έτη, σε σύγκριση με το εθνικό επίπεδο, την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και γειτονικούς νομούς, ώστε να εξαχθούν τεκμηριωμένα συμπεράσματα για τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, τις δυνατότητες και τις υστερήσεις της περιοχής.

Η μελέτη στηρίζεται σε πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της περιόδου 2020–2025 από το πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» αναφορικά με τις επιχειρήσεις και τη μισθωτή απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και σε δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Επιχειρηματική βάση και αριθμός επιχειρήσεων στον Νομό Σερρών

Η επιχειρηματική βάση του Νομού Σερρών εμφανίζει περιορισμένη αναπτυξιακή δυναμική, τόσο ως προς το μέγεθός της όσο και ως προς τον ρυθμό μεταβολής της. Ειδικότερα, ο συνολικός αριθμός επιχειρήσεων με μισθωτή εργασία στον ιδιωτικό τομέα ανήλθε το 2025 σε περίπου 3.749, έναντι 3.661 το 2020. Η μεταβολή αυτή, της τάξεως του 2,4% σε ορίζοντα εξαετίας, παραπέμπει ουσιαστικά σε στασιμότητα, υποδηλώνοντας είτε περιορισμένη ίδρυση νέων επιχειρήσεων είτε αδυναμία διατήρησης και επέκτασης του υφιστάμενου επιχειρηματικού ιστού.

Η εικόνα αυτή καθίσταται εντονότερη όταν εξετάζεται συγκριτικά. Κατά την ίδια περίοδο, στο σύνολο της χώρας καταγράφηκε αύξηση περίπου 8,5% στον αριθμό των ενεργών επιχειρήσεων, ενώ στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας η αύξηση ανήλθε σε περίπου 5,3%. Συνεπώς, ο Νομός Σερρών υπολείπεται τόσο του εθνικού όσο και του περιφερειακού ρυθμού διεύρυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η συμμετοχή του νομού στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 1% του εθνικού συνόλου και σε περίπου 6,45% του συνόλου της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Τα ποσοστά αυτά εμφανίζονται χαμηλά σε σχέση με το πληθυσμιακό αποτύπωμα της περιοχής στο περιφερειακό σύνολο.

Η υστέρηση αυτή αντανακλά χαμηλή επιχειρηματική πυκνότητα, δηλαδή περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων σε σχέση με τον πληθυσμό. Η σύγκριση με όμορους νομούς καθιστά το εύρημα ακόμη πιο σαφές: ο Νομός Καβάλας διαθέτει περισσότερες επιχειρήσεις, παρά το γεγονός ότι έχει μικρότερο πληθυσμό, ενώ και ο Νομός Δράμας εμφανίζει αναλογικά συγκρίσιμη επιχειρηματική παρουσία παρά το μικρότερό του μέγεθος. Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι ο Νομός Σερρών υπολείπεται ως προς την επιχειρηματική πυκνότητα, στοιχείο που συνιστά ένδειξη ασθενούς επιχειρηματικού κεφαλαίου και περιορισμένης επενδυτικής ελκυστικότητας.

Απασχόληση και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού

Η εργασία αποτελεί τον δεύτερο θεμελιώδη παραγωγικό συντελεστή, και η πορεία της απασχόλησης προσφέρει κρίσιμες ενδείξεις για τη συνολική δυναμική μιας τοπικής οικονομίας. Στον Νομό Σερρών, η μισθωτή απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα ακολούθησε ανοδική πορεία κατά την περίοδο 2020–2025, γεγονός που συνδέεται εν μέρει με τη σταδιακή αποκατάσταση της οικονομικής δραστηριότητας μετά την αρχική διαταραχή της πανδημίας. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των δηλωμένων εργαζομένων αυξήθηκε από περίπου 16.400 άτομα το 2020 σε 19.401 άτομα το 2025, καταγράφοντας άνοδο περίπου 18%.

Παρά τη βελτίωση αυτή, η επίδοση του νομού παραμένει χαμηλότερη από την αντίστοιχη εθνική και περιφερειακή μεταβολή. Σε επίπεδο χώρας, η μισθωτή απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε κατά περίπου 20%, ενώ στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας η αύξηση ήταν ακόμη υψηλότερη. Συνεπώς, η αγορά εργασίας στον Νομό Σερρών ανακάμπτει με βραδύτερο ρυθμό συγκριτικά με τα ευρύτερα χωρικά πλαίσια αναφοράς.

Η σχετική αυτή υστέρηση συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη δομή της τοπικής οικονομίας.

Η κυριαρχία μικρών επιχειρηματικών μονάδων συνεπάγεται, κατά κανόνα, χαμηλότερη ικανότητα απορρόφησης εργατικού δυναμικού και περιορισμένη δυνατότητα δημιουργίας σταθερών και ποιοτικών θέσεων εργασίας. Παράλληλα, η περιορισμένη παρουσία κλάδων έντασης εργασίας και υψηλότερης αναπτυξιακής δυναμικής, όπως ο τουρισμός μεγάλης κλίμακας, οι μεταφορές και η εφοδιαστική αλυσίδα ή οι δραστηριότητες γνώσης, περιορίζει περαιτέρω τις προοπτικές διεύρυνσης της απασχόλησης.

Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι, ακόμη και μετά την αύξηση των μισθωτών, η αναλογία της απασχόλησης προς τον συνολικό πληθυσμό παραμένει χαμηλή. Οι περίπου 19,4 χιλιάδες μισθωτοί του 2025 αντιστοιχούν σε ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο ιδιωτικής μισθωτής απασχόλησης ως προς τον πληθυσμό. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η περιοχή εξακολουθεί να εμφανίζει έλλειμμα θέσεων εργασίας, είτε με τη μορφή υψηλότερης ανεργίας είτε με τη μορφή υποαπασχόλησης και χαμηλής συμμετοχής στην επίσημη αγορά εργασίας.

Πέραν της ποσοτικής διάστασης, κρίσιμη είναι και η ποιοτική φυσιογνωμία της απασχόλησης.

Σημαντικό μέρος των διαθέσιμων θέσεων φαίνεται να αφορά εργασίες χαμηλής ειδίκευσης και χαμηλών αποδοχών, συχνά με ευέλικτες ή επισφαλείς μορφές εργασίας. Το χαρακτηριστικό αυτό περιορίζει την ελκυστικότητα της τοπικής αγοράς εργασίας για νέους και εξειδικευμένους εργαζομένους, ενισχύοντας φαινόμενα εκροής ανθρώπινου κεφαλαίου προς δυναμικότερες περιοχές της χώρας ή του εξωτερικού.

Σε σύγκριση με όμορους νομούς, ο Νομός Σερρών εμφανίζει μεν ορισμένες καλύτερες επιδόσεις από περιοχές όπως η Δράμα και το Κιλκίς ως προς τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης, υπολείπεται όμως σαφώς περιοχών με ισχυρότερη παραγωγική βάση, όπως η Θεσσαλονίκη. Επιπλέον, σε απόλυτα μεγέθη, η Καβάλα εμφανίζει περισσότερους μισθωτούς, παρότι διαθέτει μικρότερο πληθυσμό. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι ο Νομός Σερρών δεν αξιοποιεί με επάρκεια το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό του.

Διάρθρωση και μέγεθος των επιχειρήσεων

Ο περιορισμένος αριθμός των επιχειρήσεων συνοδεύεται από μια διάρθρωση που δεν ευνοεί την ενίσχυση του παραγωγικού δυναμισμού. Το επιχειρηματικό τοπίο του Νομού Σερρών κυριαρχείται από πολύ μικρές και μικρές μονάδες, με την πλειονότητα των επιχειρήσεων να απασχολεί μονοψήφιο αριθμό εργαζομένων. Οι μικροεπιχειρήσεις αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα, ενώ σημαντικός αριθμός επιχειρηματικών σχημάτων αντιστοιχεί σε ατομικές δραστηριότητες περιορισμένης οργανωτικής και παραγωγικής κλίμακας.

Ο μέσος αριθμός μισθωτών ανά επιχείρηση στον Νομό Σερρών το 2025 διαμορφώνεται περίπου σε πέντε εργαζομένους, έναντι περίπου επτά σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει τη μικρότερη κλίμακα των τοπικών επιχειρήσεων και, κατ’ επέκταση, τη χαμηλότερη δυνατότητά τους να επενδύουν, να καινοτομούν και να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Παρά τη μικρή βελτίωση που παρατηρείται σε σχέση με το 2020, η βασική εικόνα δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά. Ο επιχειρηματικός ιστός παραμένει κατακερματισμένος, με περιορισμένη παρουσία μεσαίων και μεγάλων επιχειρηματικών μονάδων. Σε συγκριτική προοπτική, γειτονικοί νομοί, όπως η Δράμα και η Καβάλα, εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερο μέσο μέγεθος επιχείρησης, ενώ ο Νομός Θεσσαλονίκης διατηρεί αισθητά μεγαλύτερες επιχειρηματικές μονάδες, στοιχείο που συνδέεται με την ύπαρξη ισχυρότερου παραγωγικού συστήματος.

Η υπερίσχυση πολύ μικρών επιχειρήσεων συνεπάγεται περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, μικρότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χαμηλότερη παραγωγικότητα και πιο περιορισμένες δυνατότητες εξωστρέφειας. Ως εκ τούτου, η επιχειρηματική διάρθρωση του Νομού Σερρών λειτουργεί περισσότερο ως ανασχετικός παράγοντας παρά ως μοχλός ενίσχυσης του τοπικού παραγωγικού δυναμισμού.

Δυναμική μεταβολής και αναπτυξιακή κινητικότητα

Η εξέταση της δυναμικής μεταβολής των βασικών επιχειρηματικών μεγεθών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αναπτυξιακή κινητικότητα του Νομού Σερρών παραμένει υποτονική. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η μεταβολή στον αριθμό των επιχειρήσεων κατά την περίοδο 2020–2025 ήταν οριακή, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τον ευρύτερο ρυθμό επιχειρηματικής επέκτασης που καταγράφηκε σε εθνικό επίπεδο.

Η περιορισμένη αυτή κινητικότητα δεν συνιστά απλώς συγκυριακό φαινόμενο αλλά φαίνεται να απορρέει από βαθύτερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η χαμηλή ένταση καινοτομίας, οι δυσχέρειες χρηματοδότησης νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, η περιορισμένη προσέλκυση μεγάλων επενδύσεων, καθώς και η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής. Η μείωση και η γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια εκροή νέων και περισσότερο καταρτισμένων ατόμων, περιορίζουν όχι μόνο τη διαθέσιμη εργασία αλλά και τη δεξαμενή δυνητικών επιχειρηματιών.

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός αναπτυξιακού περιβάλλοντος χαμηλής ανανέωσης, στο οποίο η επιχειρηματική δραστηριότητα αναπαράγεται κυρίως σε χαμηλή κλίμακα, χωρίς ουσιαστική μετατόπιση προς πιο δυναμικά, εξωστρεφή και παραγωγικά πρότυπα. Υπό αυτή την έννοια, ο παραγωγικός δυναμισμός του νομού στον άξονα του επιχειρηματικού κεφαλαίου παραμένει ασθενής.

Οικονομική απόδοση και κατά κεφαλήν ΑΕΠ

Η αποτίμηση του παραγωγικού δυναμισμού ολοκληρώνεται με την εξέταση της οικονομικής απόδοσης, δηλαδή του αποτελέσματος που προκύπτει από τη συνδυασμένη αξιοποίηση των παραγωγικών συντελεστών. Ο πλέον ενδεικτικός δείκτης προς αυτή την κατεύθυνση είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο προσεγγίζει την οικονομική παραγωγή ανά κάτοικο και συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα και το μέσο επίπεδο ευημερίας.

Ο Νομός Σερρών καταγράφει διαχρονικά πολύ χαμηλές επιδόσεις ως προς τον συγκεκριμένο δείκτη. Σε μακροχρόνια συγκριτική θεώρηση, η περιοχή συγκαταλέγεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των νομών της χώρας, γεγονός που αποτυπώνει χρόνιες αναπτυξιακές υστερήσεις. Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν τη διατήρηση αυτής της εικόνας, παρά τη μικρή σχετική βελτίωση που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια.

Ειδικότερα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Νομού Σερρών το 2022 εκτιμάται περίπου σε 12,5 χιλιάδες ευρώ, όταν ο αντίστοιχος εθνικός μέσος όρος προσεγγίζει τις 19,5 χιλιάδες ευρώ.

Συνεπώς, η περιοχή κινείται περίπου στο 64% του εθνικού μέσου όρου, γεγονός που αναδεικνύει σημαντική απόκλιση από τα γενικότερα επίπεδα οικονομικής παραγωγικότητας της χώρας. Παρά το ότι το σχετικό αυτό ποσοστό εμφανίζεται βελτιωμένο σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, η βελτίωση αυτή δεν αρκεί για να ανατρέψει τη θεμελιώδη υστέρηση της περιοχής.

Η χαμηλή οικονομική απόδοση του νομού συνδέεται οργανικά με το παραγωγικό του πρότυπο. Η επικράτηση μικρής κλίμακας επιχειρήσεων, η περιορισμένη παρουσία κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας, η ατελής αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και η εξάρτηση από παραδοσιακές δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας συνθέτουν ένα πλαίσιο που δεν ευνοεί την παραγωγή υψηλού εισοδήματος. Η αγροτική οικονομία, παρά τη σημασία της, δεν αρκεί από μόνη της να στηρίξει υψηλά επίπεδα προστιθέμενης αξίας, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από ισχυρή μεταποίηση, καινοτομία και εξωστρέφεια. Παράλληλα, η περιορισμένη ανάπτυξη δραστηριοτήτων γνώσης, τουρισμού ευρείας κλίμακας ή άλλων σύγχρονων υπηρεσιών στερεί από τον νομό κρίσιμες εναλλακτικές πηγές εισοδήματος.

Κατά συνέπεια, το κατά κεφαλήν προϊόν στον Νομό Σερρών παραμένει χαμηλό, γεγονός που αποτυπώνει όχι μόνο την περιορισμένη παραγωγικότητα της τοπικής οικονομίας αλλά και τις ευρύτερες κοινωνικές και δημογραφικές επιπτώσεις αυτής της υστέρησης.

Συμπεράσματα και προοπτικές

Η συνολική αποτίμηση των βασικών παραγωγικών συντελεστών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Νομός Σερρών εμφανίζει χαμηλό παραγωγικό δυναμισμό και διατηρεί σημαντική απόσταση από τους μέσους εθνικούς και περιφερειακούς δείκτες. Η επιχειρηματική βάση του παραμένει περιορισμένη και ασθενώς διευρυνόμενη, η διάρθρωση των επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται από υπερσυγκέντρωση σε πολύ μικρές μονάδες, η απασχόληση αυξάνεται μεν αλλά ανεπαρκώς σε σχέση με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της περιοχής, ενώ η οικονομική απόδοση αποτυπώνεται σε ένα από τα χαμηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας.

Τα παραπάνω στοιχεία υποδηλώνουν ότι η τοπική οικονομία τείνει να αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο χαμηλής ανάπτυξης. Η περιορισμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και η χαμηλή ένταση επενδύσεων οδηγούν σε ανεπαρκή δημιουργία θέσεων εργασίας και χαμηλό εισόδημα, ενώ η χαμηλή εισοδηματική βάση περιορίζει περαιτέρω τη δυνατότητα ενίσχυσης της τοπικής ζήτησης, επανεπένδυσης κεφαλαίου και ανάδυσης νέων δυναμικών παραγωγικών πρωτοβουλιών. Το πρόβλημα αυτό επιτείνεται από τη δημογραφική συρρίκνωση και τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου, που αποδυναμώνουν τις μελλοντικές αναπτυξιακές δυνατότητες του νομού.

Υπό τις συνθήκες αυτές, καθίσταται αναγκαία η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και στοχευμένης στρατηγικής περιφερειακής ανάπτυξης για τον Νομό Σερρών. Μια τέτοια στρατηγική θα πρέπει να στηρίζεται στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, ιδίως σε τομείς όπου η περιοχή διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η αγροδιατροφή, η μεταποίηση συνδεόμενη με τον πρωτογενή τομέα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το διασυνοριακό εμπόριο. Παράλληλα, απαιτούνται παρεμβάσεις για τη βελτίωση των υποδομών, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, την ενίσχυση της καινοτομίας και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των εθνικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.

Εν κατακλείδι, ο παραγωγικός δυναμισμός του Νομού Σερρών, όπως αποτυπώνεται μέσα από τους βασικούς παραγωγικούς συντελεστές, παραμένει σαφώς κατώτερος των αναπτυξιακών αναγκών και δυνατοτήτων της περιοχής. Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, ο νομός εξακολουθεί να εμφανίζει χαρακτηριστικά περιφερειακής υστέρησης. Η αναστροφή αυτής της πορείας προϋποθέτει συντονισμένες πολιτικές ενίσχυσης του επιχειρηματικού ιστού, της απασχόλησης και της παραγωγικότητας, ώστε η περιοχή να μπορέσει να συγκλίνει ουσιαστικά με τον εθνικό και περιφερειακό μέσο όρο και να αξιοποιήσει πληρέστερα το παραγωγικό της δυναμικό.

* Ο Δ. Καμπούρης είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ειδικός επιστήμονας σε θέματα χρηματοοικονομικής διοίκησης και εξυγίανσης επιχειρήσεων

META MAGAZINO: Διαβάστε εδώ το χριστουγεννιάτικο τεύχος
  • Για να μαθαίνετε πάντα όλα τα νέα, κάντε like στη σελίδα μας olanea.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΝΕΑ

- Advertisment -