fbpx
12 C
Serres
Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου, 2026
No menu items!

ΑρχικήΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣΚΟΙΝΩΝΙΑΚρυπτονομίσματα: Φόρος 10% στα κέρδη και νέοι κανόνες

Κρυπτονομίσματα: Φόρος 10% στα κέρδη και νέοι κανόνες

Στο θολό τοπίο της φορολογικής αντιμετώπισης των κρυπτονομισμάτων επιχειρεί να βάλει τάξη η Πολιτεία με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή στις 26 Οκτωβρίου 2026. Οι ιδιώτες επενδυτές και οι φοροτεχνικοί καλούνταν μέχρι σήμερα να αντιμετωπίσουν συναλλαγές για τις οποίες έλειπαν ειδικοί και σαφείς κανόνες. Το νέο πλαίσιο προσδιορίζει πότε δημιουργείται φορολογητέο εισόδημα, πώς υπολογίζεται και με ποια στοιχεία αποδεικνύεται.

Οι βασικές παρεμβάσεις είναι ο φόρος 10% στην υπεραξία από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων και η φορολόγηση με 15% των αποδόσεων από δανεισμό, παροχή ρευστότητας και staking. Παράλληλα, η αγορά τους εντάσσεται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, ενώ προβλέπεται διαδικασία οικειοθελούς δήλωσης παλαιών κερδών και αποδόσεων.

Οι βασικές αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος προβλέπεται να εφαρμοστούν από το φορολογικό έτος 2027. Η οικειοθελής δήλωση ακολουθεί διαφορετικό χρονοδιάγραμμα, με ορισμένα σημεία που χρειάζονται διευκρίνιση. Πρόκειται ακόμη για σχέδιο νόμου και οι διατάξεις μπορεί να αλλάξουν μέχρι την ψήφιση.

Στη συνέχεια χρησιμοποιείται ο όρος «κρυπτοστοιχεία», καθώς η ρύθμιση καλύπτει ευρύτερη κατηγορία ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων από όσα αποκαλούμε καθημερινά κρυπτονομίσματα.

Πότε προκύπτει φόρος

Το νέο άρθρο 42Β του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αφορά την υπεραξία φυσικών προσώπων. Σε αγορά κρυπτοστοιχείων με 12.000 ευρώ και μεταγενέστερη πώληση με 20.000 ευρώ, το κέρδος είναι 8.000 ευρώ και ο φόρος 800 ευρώ, εφόσον αποδεικνύεται το κόστος αγοράς.

Η ανταλλαγή ενός κρυπτοστοιχείου με άλλο, όπως Bitcoin με Ether, δεν δημιουργεί φορολογητέα υπεραξία εκείνη τη στιγμή. Η αντιμετώπιση αυτή συνάγεται εξ αντιδιαστολής από την παράγραφο 2 του προτεινόμενου άρθρου 42Β και επιβεβαιώνεται στην αιτιολογική έκθεση. Το ιστορικό της ανταλλαγής πρέπει πάντως να διατηρείται, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί το κόστος όταν ακολουθήσει φορολογητέα διάθεση.

Φόρος μπορεί να προκύψει ακόμη και χωρίς να εισπραχθεί ούτε ένα ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι ένας ιδιώτης αγοράζει αυτοκίνητο αξίας 20.000 ευρώ, δίνοντας Bitcoin που είχε αποκτήσει με 12.000 ευρώ. Η συναλλαγή δημιουργεί υπεραξία 8.000 ευρώ και φόρο 800 ευρώ. Για τον πωλητή του αυτοκινήτου, η αξία κτήσης των Bitcoin που παραλαμβάνει είναι 20.000 ευρώ.

Στις μεταβιβάσεις περιλαμβάνεται και η εισφορά κρυπτοστοιχείων για κάλυψη ή αύξηση εταιρικού κεφαλαίου. Όποιος σχεδιάζει μια τέτοια κίνηση πρέπει να συνυπολογίσει τον φόρο και τη ρευστότητα που θα χρειαστεί για την πληρωμή του.

Οι συχνές συναλλαγές δεν ενεργοποιούν αυτομάτως το ποσοτικό τεκμήριο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το σχέδιο εξαιρεί τις μεταβιβάσεις του άρθρου 42Β από τον κανόνα των τριών ομοειδών πράξεων μέσα σε έξι μήνες. Η εξαίρεση αφορά το συγκεκριμένο κριτήριο και δεν καλύπτει αδιακρίτως κάθε οργανωμένη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το κόστος αγοράς, τα 500 ευρώ και οι ζημιές

Όταν το ίδιο κρυπτοστοιχείο έχει αγοραστεί σε διαφορετικές τιμές, εφαρμόζεται η μέση τιμή κτήσης. Ένα Ether που αγοράστηκε με 2.000 ευρώ και ένα δεύτερο με 3.000 ευρώ δίνουν μέσο κόστος 2.500 ευρώ ανά μονάδα. Η πώληση μίας μονάδας προς 3.500 ευρώ αφήνει υπεραξία 1.000 ευρώ και φόρο 100 ευρώ.

Τα αριθμητικά παραδείγματα δεν περιλαμβάνουν προμήθειες. Στον πραγματικό υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την απόκτηση ή τη μεταβίβαση.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η πρόβλεψη ότι, αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται μηδενική. Στο προηγούμενο παράδειγμα της πώλησης των 20.000 ευρώ, η αδυναμία προσδιορισμού του κόστους των 12.000 ευρώ μπορεί να ανεβάσει τον φόρο από τα 800 στα 2.000 ευρώ, πριν από άλλες προσαρμογές ή συμψηφισμούς. Η έλλειψη αποδεικτικών αγοράς μπορεί, επομένως, να κοστίσει ακριβά.

Η ετήσια απαλλαγή των 500 ευρώ δεν λειτουργεί ως έκπτωση από κάθε κέρδος. Εφόσον η συνολική καθαρή υπεραξία, μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς, δεν υπερβαίνει το όριο, δεν προκύπτει φόρος. Αν το υπερβεί, φορολογείται ολόκληρη. Με κέρδος 480 ευρώ ο φόρος είναι μηδενικός. Με κέρδος 520 ευρώ γίνεται 52 ευρώ.

Για τη μεταφορά ζημιών απαιτείται ετήσιο αρνητικό αποτέλεσμα άνω των 500 ευρώ. Η ζημιά μεταφέρεται για τα επόμενα πέντε έτη και συμψηφίζεται μόνο με μελλοντικά κέρδη από μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων.

Έτσι, αναγνωριζόμενη ζημιά 4.000 ευρώ από μεταβιβάσεις και κέρδος 7.000 ευρώ την επόμενη χρονιά αφήνουν υπόλοιπο 3.000 ευρώ και φόρο 300 ευρώ. Η ζημιά δεν μειώνει μισθούς ή κέρδη από μετοχές. Ούτε αρκεί η πτώση της τιμής κρυπτοστοιχείων που παραμένουν στο πορτοφόλι του επενδυτή για να δημιουργηθεί ζημιά από μεταβίβαση.

Staking και δανεισμός: φόρος 15% στις αποδόσεις

Οι ανταμοιβές από staking, δηλαδή τη δέσμευση κρυπτοστοιχείων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών, εντάσσονται στην έννοια των τόκων και φορολογούνται με 15%. Το ίδιο ισχύει για τις αποδόσεις από δανεισμό και συμμετοχή σε μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα.

Η φορολόγηση δεν προϋποθέτει πώληση έναντι ευρώ. Όταν η απόδοση καταβάλλεται σε κρυπτοστοιχεία, λαμβάνεται η αξία τους κατά τον χρόνο της συναλλαγής.

Ένας επενδυτής που λαμβάνει ανταμοιβές staking συνολικής αξίας 1.500 ευρώ επιβαρύνεται με φόρο τόκων 225 ευρώ. Αν τις πουλήσει αργότερα προς 2.500 ευρώ, προκύπτει υπεραξία 1.000 ευρώ και πρόσθετος φόρος 100 ευρώ, εφόσον τα 1.500 ευρώ αναγνωρίζονται ως κόστος κτήσης και δεν υπάρχουν άλλοι συμψηφισμοί. Αν, αντίθετα, τις πουλήσει προς 900 ευρώ, η ζημιά των 600 ευρώ εξετάζεται με τους κανόνες συμψηφισμού και μεταφοράς ζημιών από μεταβίβαση. Δεν ακυρώνει τον φόρο τόκων των 225 ευρώ.

Η αναγνώριση του κόστους στηρίζεται στην αξία επί της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος τόκων, υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης. Χρειάζεται επομένως τεκμηρίωση τόσο της ανταμοιβής όσο και της μεταγενέστερης πώλησής της. Η απαλλαγή της ετήσιας καθαρής υπεραξίας έως 500 ευρώ δεν επεκτείνεται στις αποδόσεις από staking ή δανεισμό.

Για τη μη επιχειρηματική εξόρυξη, η αιτιολογική έκθεση περιγράφει φορολόγηση κατά τη διάθεση, με μηδενική τιμή κτήσης. Επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη ρητή ειδική πρόβλεψη στο προτεινόμενο άρθρο 42Β, θα ήταν σκόπιμο η αντιμετώπιση αυτή να αποτυπωθεί καθαρά και στη διάταξη.

Δαπάνες απόκτησης και δήλωση παλαιών εισοδημάτων

Η αγορά κρυπτοστοιχείων προστίθεται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 ΚΦΕ. Πρόκειται για τεκμήριο απόκτησης και όχι για τεκμήριο διαβίωσης.

Επενδυτής που διαθέτει 30.000 ευρώ για αγορές πρέπει να μπορεί να καλύψει φορολογικά τη δαπάνη. Μπορεί να επικαλεστεί εισοδήματα ή άλλα αποδεκτά ποσά, όπως ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, δάνειο ή δηλωμένη δωρεά, εφόσον πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις. Το ζήτημα εξετάζεται ανεξάρτητα από την πορεία της επένδυσης.

Για τα παλαιά εισοδήματα, η οικειοθελής δήλωση του άρθρου 49 καλύπτει τόσο υπεραξίες από μεταβιβάσεις όσο και αποδόσεις από δανεισμό, παροχή ρευστότητας και staking. Η υπεραξία φορολογείται με 10% και οι συγκεκριμένες αποδόσεις με 15%.

Η προθεσμία δήλωσης είναι δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος του άρθρου 49, δηλαδή, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του κατατεθειμένου νομοσχεδίου, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο φόρος καταβάλλεται εντός 60 ημερών από την υποβολή.

Η αφετηρία της προθεσμίας δήλωσης πρέπει να διακρίνεται από το χρονικό όριο των εισοδημάτων που μπορούν να υπαχθούν. Για τις μεταβιβάσεις, το άρθρο 49 παραπέμπει στην έναρξη ισχύος του νέου άρθρου 42Β και, για τις αποδόσεις, στην έναρξη ισχύος της νέας πρόβλεψης του άρθρου 37. Το άρθρο 304, από την άλλη πλευρά, ορίζει εφαρμογή των βασικών αλλαγών στη φορολογία εισοδήματος από το φορολογικό έτος 2027.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων προκύπτει ανάγκη να διευκρινιστεί η μεταχείριση των συναλλαγών και αποδόσεων μεταξύ της δημοσίευσης του νόμου και της 1ης Ιανουαρίου 2027. Δεν πρέπει ούτε να θεωρηθεί δεδομένη η υπαγωγή κάθε εισοδήματος αυτού του διαστήματος στην οικειοθελή δήλωση ούτε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για αφορολόγητη περίοδο.

Υπάρχει και μια νομοτεχνική ασυμμετρία. Παρότι η διαδικασία περιλαμβάνει ρητά τις αποδόσεις, η παράγραφος για τη μη επιβολή προστίμων και τόκων εξακολουθεί να αναφέρεται στη μη δήλωση της υπεραξίας, υπό τον όρο της εμπρόθεσμης πληρωμής του φόρου. Η διατύπωση χρειάζεται ρητή αποσαφήνιση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι η απαλλαγή καταλαμβάνει και τις αποδόσεις που εντάσσονται στη διαδικασία.

Η οικειοθελής δήλωση δεν λύνει αυτομάτως το ζήτημα του αρχικού κεφαλαίου. Φορολογούμενος που είχε αγοράσει κρυπτοστοιχεία με 20.000 ευρώ και τα είχε πουλήσει με 50.000 ευρώ δηλώνει υπεραξία 30.000 ευρώ και πληρώνει φόρο 3.000 ευρώ, εφόσον γίνει δεκτό το κόστος κτήσης.

Για την εφαρμογή των κανόνων περί τεκμηρίων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, υπό τις προϋποθέσεις της ειδικής διαδικασίας, η δηλωμένη υπεραξία και οι δηλωμένες αποδόσεις. Η δυνατότητα αυτή δεν επεκτείνεται στο μέρος του τιμήματος που αντιστοιχεί στην επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου. Η ΑΑΔΕ διατηρεί επίσης το δικαίωμα να ελέγξει την προέλευση των χρημάτων της αρχικής αγοράς και την επάρκεια των δικαιολογητικών.

Κατά την άποψή μου, πριν από την υποβολή πρέπει να ελεγχθεί ο φάκελος της επένδυσης. Όποιος δεν είναι βέβαιος ότι μπορεί να τεκμηριώσει την προέλευση του αρχικού κεφαλαίου χρειάζεται να το εξετάσει με τον φοροτεχνικό του. Η πληρωμή φόρου στο κέρδος δεν υποκαθιστά την απόδειξη της προέλευσης των χρημάτων.

Παροχές, κληρονομιές και έλεγχος των παρόχων

Ειδικός κανόνας αποτίμησης προβλέπεται για παροχές σε είδος προς εργαζομένους, εταίρους και μετόχους. Αν χορηγηθούν κρυπτοστοιχεία αγοραίας αξίας 900 ευρώ, αυτή είναι η βάση αποτίμησης για την εφαρμογή του άρθρου 13 ΚΦΕ. Το αν και σε ποιο ποσό προκύπτει φορολογητέα παροχή κρίνεται με βάση τους γενικούς κανόνες, τα όρια και τις εξαιρέσεις του άρθρου.

Για τη φορολογία κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, τα κρυπτοστοιχεία χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία στην αλλοδαπή. Η υπαγωγή σε φόρο εξετάζεται βάσει των αντίστοιχων κανόνων του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας, που περιλαμβάνουν κριτήρια ιθαγένειας και κατοικίας. Ο χαρακτηρισμός δεν συνεπάγεται αυτόματη απαλλαγή.

Η αξία προσδιορίζεται από αναγνωρισμένες πλατφόρμες διαπραγμάτευσης, σε ευρώ, την προηγούμενη ημέρα από τη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης. Αν τότε είναι 25.000 ευρώ και λίγες ημέρες αργότερα υποχωρήσει στις 20.000 ευρώ, η πτώση δεν μεταβάλλει την αξία αναφοράς των 25.000 ευρώ. Οι σχετικές διατάξεις προβλέπεται να εφαρμοστούν για φορολογικές υποχρεώσεις που γεννώνται από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Για τους κληρονόμους υπάρχει και το ζήτημα της πρόσβασης. Στα πορτοφόλια που διαχειρίζεται αποκλειστικά ο κάτοχος, χωρίς ασφαλή διαδικασία πρόσβασης μετά τον θάνατό του, η ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να καταστεί αδύνατη.

Η πώληση κρυπτοστοιχείων εξαιρείται από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής, ακόμη και όταν η διάθεσή τους γίνεται για αγορά αγαθών ή υπηρεσιών. Η εξαίρεση αφορά το συγκεκριμένο σκέλος της συναλλαγής και δεν καταργεί τον ενδεχόμενο φόρο υπεραξίας ή άλλες επιβαρύνσεις.

Παράλληλα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποκτά πρόσθετες εξουσίες απέναντι σε μη αδειοδοτημένους παρόχους και παράνομες δημόσιες προσφορές μέσω διαδικτύου. Προβλέπονται αποκλεισμός πρόσβασης σε ιστοτόπους, απενεργοποίηση περιεχομένου και δημόσιος κατάλογος προειδοποιήσεων, με συνεργασία της ΕΕΤΤ. Ο επενδυτής πρέπει πάντως να ελέγχει την άδεια του παρόχου: η απουσία μιας πλατφόρμας από κατάλογο προειδοποιήσεων δεν αποδεικνύει ότι λειτουργεί νόμιμα.

Οι αποφάσεις της ΑΑΔΕ θα εξειδικεύσουν τα δικαιολογητικά, την επαλήθευση και τη διαφύλαξη των στοιχείων. Το σχέδιο δέχεται ως αποδεικτικές πηγές τόσο τα παραστατικά παρόχων όσο και τα δεδομένα του blockchain. Τα τελευταία μπορεί να τεκμηριώνουν τη συναλλαγή, αλλά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους την προέλευση των χρημάτων της αρχικής αγοράς.

Χρήσιμη θα ήταν και η εναρμόνιση της ορολογίας, καθώς το προτεινόμενο άρθρο 37 χρησιμοποιεί σε σημεία τη λέξη «κρυπτονομίσματα», ενώ το υπόλοιπο πλαίσιο αναφέρεται σε «κρυπτοστοιχεία».

Η δική μου πρακτική σύσταση είναι να συγκεντρωθεί εγκαίρως το πλήρες ιστορικό αγορών, ανταλλαγών, αποδόσεων και πωλήσεων, μαζί με τα στοιχεία χρηματοδότησής τους. Όσο περνούν τα χρόνια, η ανάκτησή τους γίνεται δυσκολότερη. Για αρκετούς επενδυτές, η δυνατότητα απόδειξης του κόστους θα επηρεάσει τον τελικό φόρο περισσότερο από τον ίδιο τον συντελεστή.

Νομική βάση: άρθρα 44 έως 56, 304 και 390 του κατατεθειμένου σχεδίου νόμου, σε συνδυασμό με τις σχετικές ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας και του ν. 5177/2025.
Το άρθρο βασίζεται στο σχέδιο νόμου όπως κατατέθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2026. Έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη φορολογική συμβουλή.
 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι|+30 210 6009062| www.artion.gr).

Πηγή: euro2day.gr

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΝΕΑ

- Advertisment -