«Ο κόσμος είναι μια φρικτή αλλά πολύ πετυχημένη πατριαρχία και όλοι μας μεγαλώνουμε για να ζούμε και να εργαζόμαστε μέσα σε αυτή», Jessica Taylor
Η έμφυλη βία αποτελεί την πιο ακραία έκφανση της ισχυρής διαπίστωσης ανισότητας μεταξύ των φύλων. Πρόκειται για ένα Παγκόσμιο φαινόμενο που όμως μέχρι πρότινος θεωρούνταν « αόρατο» αφού ελάχιστα περιστατικά έμφυλης βίας καταγγέλλονταν δημόσια η έφταναν στις αρμόδιες αρχές. Κι αυτή ακριβώς είναι η τεράστια αξία του κινήματος metoo . Ότι λειτούργησε ως καταλύτης της συλλογικής νομιμοποίησης της καταγγελίας, Ότι έκανε την έμφυλη βία « ορατή» και άρα πραγματική, ότι την ανέδειξε ως κοινωνικό πρόβλημα βγάζοντάς την ανεπιστρεπτί από την ιδιωτικότητα της οικογένειας και των ατομικών συμπεριφορών.
Το κίνημα #MeToo, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, ανέδειξε τη σημασία του να «σπάσει η σιωπή» γύρω από τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση . Λειτούργησε ως μια παγκόσμια κοινωνική παρέμβαση που αμφισβήτησε βαθιά ριζωμένες δομές εξουσίας και σιωπής, σηματοδοτώντας μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται και συζητά τη σεξουαλική, ψυχολογική και λεκτική βία, θέτοντας ταυτόχρονα ανοιχτά και ευθαρσώς υπό αμφισβήτηση της «κανονικοποίησης» της. Αν και τα φαινόμενα αυτά υπήρχαν διαχρονικά, η δημόσια καταγγελία συγκεκριμένων υποθέσεων μετά το 2021 έσπασε ένα ισχυρό κοινωνικό ταμπού και αποκάλυψε τη συστηματική κατάχρηση εξουσίας και τις ανισότητες σε χώρους όπως ο αθλητισμός, το θέατρο, η ακαδημαϊκή κοινότητα και η εργασία εν γένει, καθιστώντας το κίνημα ως ένα ισχυρό και σημαντικό εργαλείο κοινωνικής ευαισθητοποίησης και αφύπνισης. Το ελληνικό #MeToo ανέδειξε, επίσης, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα θύματα στην καταγγελία τέτοιων πράξεων. Ο φόβος κοινωνικού στιγματισμού, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η ανοχή που συχνά επιδεικνύεται απέναντι σε πρόσωπα εξουσίας λειτουργούν αποτρεπτικά. Ιδιαίτερα οι γυναίκες σε επαγγελματικά περιβάλλοντα με έντονες ιεραρχίες βρίσκονται σε ευάλωτη θέση.
Και παρόλο που πολλοί βιάστηκαν να χαρακτηρίσουν το κίνημα ως « βεγγαλικό» και « παροδική μόδα» μερικών διάσημων που δεν είχαν τι να κάνουν και άρχισαν να καταγγέλλουν παραβιαστικές συμπεριφορές , τελικά το #MeToo ήρθε για να μείνει, ως φωτεινό σημείο ορατότητας, μοιράσματος του τραύματος, αποδοχής αλλά και σταθερού βλέμματος στο φόβο· αυτόν που οι κακοποιητές δημιούργησαν και ενστάλαξαν στα θύματα.
Γενναίες γυναίκες και άντρες μίλησαν, όρθωσαν ανάστημα, και κάπως έδιωξαν το σκοτάδι χρόνων., αυτή τη σάπια σκιά της ανοχής και της ομερτά, ανοίγοντας μια χαραμάδα, δημιουργώντας το χώρο για να ακουστούν οι ιστορίες, και οι φωνές των θυμάτων· ιστορίες τόσο διαφορετικές κάθε φορά, αλλά και τόσο ίδιες στην αφετηρία τους, μπλεγμένες με έννοιες γνωστές, αλλά που πρώτη φορά ειπώθηκαν με τόση καθαρότητα. Πατριαρχία, τοξική αρρενωπότητα, κουλτούρα βιασμού , καταπίεση, κατάχρηση εξουσίας. Πρώτη φορά η κακοποίηση , η σεξουαλική, σωματική ψυχολογική και λεκτική βία νοηματοδοτήθηκαν ως αυτό που είναι· ως μη αποδεκτές, επικίνδυνες, επιβλαβείς και κολάσιμες πράξεις. Πρώτη φορά τα θύματα μίλησαν με όρους τραύματος και απενοχοποίησης γι αυτά. Και πρώτη φορά η ελληνική κοινωνία φάνηκε έτοιμη να ακούσει . Όχι χωρίς αντίδραση ούτε χωρίς κόπο. Αλλά και τι είναι εύκολο; Ποτέ δεν ήταν εύκολο να είσαι γυναίκα . Είναι μια διαρκής , επαναλαμβανόμενη πάλη επιβίωσης. Γι’ αυτό πριν ξαναπείτε «μας ζάλισαν αυτές οι φεμινίστριες» σκεφτείτε πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιτάξατε 10 φορές πίσω σας γυρνώντας το βράδυ μετά από βραδινή έξοδο; Πότε σφίξατε τα κλειδιά στο χέρι σφιχτά μέσα στο σκοτάδι; Πότε αλλάξατε ρούχο για να μην «προκαλέσετε» ; Πότε φάγατε χαστούκι γιατί δεν θέλατε να κάνετε έρωτα με την σύντροφο σας;
Καλωσήρθατε στον κόσμο μας.
Γι’ αυτό και είναι χρέος μας να κρατήσουμε το κίνημα ΜeToo ζωντανό. Χρέος πρωτίστως απέναντι στα θύματα, -κορίτσια και αγόρια-, που βρήκαν το θάρρος να ονοματίσουν τους κακοποιητές τους , να μοιραστούν τα τραύματα τους, σηκώνοντας στους ώμους τους δυσανάλογο βάρος, αλλά και στους -λίγους- δημοσιογράφους που ανέδειξαν περιπτώσεις κακοποίησης · σε όλους αυτούς που στάθηκαν με θάρρος και αυταπάρνηση κοντά στους ανθρώπους που μίλησαν, είτε ως μάρτυρες , είτε ως άνθρωποι που απλά είπαν « μαζί σας, εγώ σας πιστεύω».
Από την πρώτη αποκάλυψη της Σοφίας Μπεκατώρου που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου , μέχρι τη γενναία εξομολόγηση της Ζέτας Δούκα, μπήκε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Και δεν κερδήθηκαν λίγα. Ως ηθοποιός ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν φανταζόμουν πως θα ερχόταν η μέρα που θα μπορούσαμε να ψηλαφίσουμε τα τραύματα μας, ως γενιά, ως κλάδος· πως θα λέγαμε stop στα κακοποιητικά χέρια και στόματα που μας πλήγωναν τόσα χρόνια· πως θα αμφισβητούσαμε την εξουσία τους πάνω μας· πως θα είχαμε συνοδοιπόρο το κλαδικό μας όργανο, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, και πως θα ήμασταν περήφανοι γι’ αυτό. Ως γυναίκα απολαμβάνω την συνειδητότητα που μαζί με άλλες γυναίκες αποκτήθηκαν γι αυτά που δικαιούμαι και διεκδικώ. Και τώρα ξέρω πως τα όρια τα θέτω εγώ. Στο κρεβάτι μου, στο σπίτι μου και στη δουλειά μου. Και δικαιούμαι να φοράω ο τι θέλω, να βγαίνω με όποιον θέλω και να εξακολουθώ να νιώθω ασφαλής.
Προσωπικά στέκομαι με δέος και απέραντο σεβασμό και αγάπη μπροστά στις γενναίες γυναίκες και άντρες συναδέλφους μου, που βρήκαν το σθένος και τη δύναμη να καταγγείλουν τους κακοποιητές τους· ανθρώπους , μέχρι πρότινος, ισχυρούς και πετυχημένους. Δέχομαι με βαθιά συγκίνηση και τρυφερότητα το δώρο που μας έκαναν να μοιραστούν το τραύμα τους, βάζοντας ένα τέλος στη σιωπή δεκαετιών. Και αν οι υπόλοιποι υπήρξαμε πιο τυχεροί και δεν βιώσαμε ανάλογες καταστάσεις, οφείλουμε να γίνουμε το προστατευτικό δίχτυ για αυτούς, η συμπεριληπτική αγκαλιά της ασφάλειας· γιατί στον λυγμό, τα δάκρυα, τη σπασμένη τους φωνή, χιλιάδες γυναίκες και θηλυκότητες αναγνωρίσαμε τις δικές μας ενσώματες εμπειρίες έμφυλης καταπίεσης, τη δική μας αγωνία για το πώς θα διαχειριστούμε το (ατομικό και συλλογικό) τραύμα της έμφυλης βίας, τις δικές μας σιωπές και κραυγές.
Ήδη δύο πανίσχυροι άνθρωποι από το χώρο του θεάματος κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αντιμετωπίζοντας βαριές κατηγορίες για βιασμό, και απόπειρα βιασμού, έχοντας ήδη μια καταδίκη σε δεύτερο βαθμό για τον Πέτρο Φιλιππίδη και μια πρωτόδικη για τον Δημήτρη Λιγνάδη. Ήδη μια δικαστική λειτουργός είπε πως το να αποδοθεί δικαιοσύνη για ένα βιασμένο και δολοφονημένο κορίτσι είναι σημαντικότερο απ’ το να μείνει ο κόσμος στη θέση του. «Ας αποδοθεί δικαιοσύνη , κι ας γκρεμιστεί ο κόσμος όλος» είπε στην συγκλονιστική της αγόρευση στη δίκη της Ελένης Τοπαλούδη η εισαγγελέας Αριστοτέλεια Δόγκα . Και στην φράση αυτή ακούμπησαν δεκάδες θηλυκότητες , θύματα έμφυλης βίας μετά από χρόνια αδιαφορίας απαξίας, αστοχιών και ακυρώσεων. Μετά από χρόνια ενοχοποίησης των κακοποιημένων υποκειμένων. Τα στόματα άνοιξαν. Έπεσε η πρώτη αχτίδα φωτός. Κι ο τι και να γίνει από εδώ και πέρα το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Ο κόσμος των τσακισμένων παιδιών, των κοριτσιών και αγοριών που χρόνια έκρυβαν βαθιά το τραύμα τους πάνω από τόνους ντροπής και ενοχών, σιωπής και πόνου, έγινε επιτέλους ορατός, απέκτησε υπόσταση και φωνή. Στον αντίποδα ο δικός τους κόσμος, ο σάπιος, ο παλιός , αυτός που είναι καταδικασμένος να ηττηθεί, αυτός των ισχυρών, της υπέρμετρης αλαζονείας, της κατάχρησης εξουσίας, της αίσθησης της παντοδυναμίας και φυσικά της ατιμωρησίας που επί χρόνια απολάμβαναν οι θύτες , είναι ακόμα υπαρκτός αλλά όχι ανίκητος,· γιατί κάποιοι τόλμησαν να τον αμφισβητήσουν. Γιατί οι άνθρωποι που μπόρεσαν να καταγγείλουν παραβιαστικές συμπεριφορές κατόρθωσαν να αποκαθηλώσουν τους θύτες από τον θρόνο τους, τους αφαίρεσαν την δύναμη που κατείχαν εκθέτοντας τους.
Οι εναλλαγές στο μοτίβο που βγάζει τον θύτη από το κέντρο της προσοχής και βάζει το θύμα κάτω από το μικροσκόπιο πολλές· κι ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει να γράψει για παιδιά που αποκαλέστηκαν βίζιτες μέσα σε δικαστικές αίθουσες, ανερυθρίαστα και χωρίς αιδώ, χωρίς αντίδραση των δικαστικών λειτουργών, για έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο που λοιδορήθηκε και χαρακτηρίστηκαν τα μέλη του ως «επαγγελματίες ομοφυλόφιλοι», για γυναίκες δημοσιογράφους που «είναι πατσαβούρες και πρέπει να βρουν έναν άντρα», για ψεύτες, συκοφάντες, ύποπτα υποκείμενα, κουνιστούς δημοσιογράφους, ατάλαντους καλλιτέχνες, μέτριους ηθοποιούς και όλος αυτός ο συμπεριφορικός και λεκτικός εσμός δεν έχει τελειωμό , και αποσκοπεί στο να πλήξει τα θύματα και τους συμπαραστάτες τους, να τα χειραγωγήσει , να τα συνθλίψει κάτω από την πίεση και τον φόβο. Με μοναδικό σκοπό να θολώσει τα νερά, να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη , αλλάζοντας τους ρόλους θύτη – και θύματος. Να στρέψει την προσοχή στην προσωπικότητα και τον βίο του θύματος κι όχι στην πράξη του θύτη. Κι όσο πιο ξένη και ανοίκεια είναι η προσωπικότητα και ο βίος του θύματος από την κοινωνική νόρμα της ετεροκαθορισμένης «κανονικότητας» του πατρίς, θρησκεία, οικογένεια του μέσου Έλληνα, τόσο αυτή η στρέβλωση και η αντιστροφή γιγαντώνεται δημιουργώντας λάθος εστίαση.
Την περίοδο που έρχονταν στο φως οι καταγγελίες στο χώρου του θεάτρου το πανελλήνιο παρακολουθούσε έκπληκτο, με όρους κλειδαρότρυπας τις εξελίξεις, με αντιδράσεις του τύπου «βρε παιδί μου , πολύ βρομιά τελικά και κοίτα να δεις αυτοί οι ηθοποιοί , και ποιος να το φανταζόταν , και δεν του φαινόταν αυτού , και δεν του το είχα του άλλου, και τον είχα δει εγώ στο θέατρο και γυάλιζε το μάτι του», και όλα αυτά που τόσο μα τόσο οικεία μας είναι.
Ναι η εμφυλη βία υπάρχει, και κατατρώει τα σωθικά της κοινωνίας μας δεκαετίες τώρα, πίσω από κλειστά στόματα και ακόμα πιο κλειστές συνειδήσεις· αλλά όσο το φιλοθεάμον κοινό αρνείται να δει ότι οι βιασμοί, οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις , ο ψυχολογικός στραγγαλισμός και απανωτές λεκτικές επιθέσεις δεν είναι φαινόμενα που καταγγέλλονται τώρα από μερικές διάσημες, δεν είναι μονοπώλιο ούτε «αναπόφευκτα» στοιχεία συγκεκριμένων χώρων, χάνει τη χρυσή ευκαιρία να καθαρίσει και το δικό του σπίτι. Χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την έμφυλη βία με όρους ρεαλισμού και αλήθειας, ως ένα φαινόμενο που διατρέχει οριζόντια την ελληνική κοινωνία. Από το τελευταίο χωριό του βορρά μέχρι τα σαλόνια του Κολωνακίου. Ο σεξισμός, η αρσενική βία και κυριαρχία, ο μισογυνισμός και η κουλτούρα του βιασμού δεν έχουν ούτε πολιτικό, ούτε ψυχοκοινωνικό, ούτε οικονομικό πρόσημο. Δεν υπάρχει τύπος θύτη· και η βία είναι συχνά κρυμμένη στην εστία από τον οικείο, τον φίλο, τον συγγενή.
Και μάλλον ευτυχώς που η αρχή έγινε από γυναίκες προβεβλημένες και πετυχημένες γιατί πέραν του αποστήματος της σιωπής έσπασε και αυτό των προκαταλήψεων σε σχέση με το προφίλ των θυτών και των θυμάτων.
Γιατί δυστυχώς δεν υπάρχει τυπολογία ανθρώπου που υφίσταται την κακοποίηση. Ένας άνθρωπος που βάναυσα κακοποιήθηκε σεξουαλικά , λεκτικά, και ψυχολογικά δεν έχει κάποια χρωμοσωμιακή ανωμαλία. Δεν υπάρχουν εύκολοι στόχοι. Μόνο ευάλωτοι άνθρωποι. Μόνο σπαράγματα ανθρώπινης παρουσίας που συνθλίβονται κάτω απο την τοξικότητα της βίας και της κατάχρησης εξουσίας.
Για πολλά χρόνια οι περιπτώσεις σεξουαλικών εγκλημάτων φιγούραραν στα δελτία ειδήσεων με βαρύγδουπους τίτλους βγαλμένους από το χρονοντούλαπο άλλων εποχών · έτσι, παραδοσιακά ο θύτης σεξουαλικών εγκλημάτων μπορεί να είναι ένοχος αν είναι σκουρόχρωμος εργάτης, μετανάστης, φτωχός, τοξικοεξαρτημένος. Τι γίνεται όμως το αφήγημα του «ανώμαλου» κακού αν ο θύτης είναι πλούσιος, γοητευτικός πετυχημένος, λαοπρόβλητος και διάσημος ; Αν προέρχεται από τα ίδια κέντρα εξουσίας που προστατεύει τους ισχυρούς; Αν οι φίλοι του κινούν τα νήματα της πολιτικής , οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας;
Τότε όπως πρόσφατα μάθαμε είναι θύμα πλεκτάνης , σκευωρίας και φθόνου. Είναι οικογενειάρχης, καλό παιδί, και γι’ αυτό σίγουρα παρεξηγημένος. Τότε προσλαμβάνει τους πιο διαπλεκόμενους δικηγόρους, φτύνει κατάμουτρα κάθε δεοντολογία δικαστικής διαδικασίας, εκφοβίζει, τραμπουκίζει, καταφεύγει σε αήθεις πρακτικές, στιγματίζει ανθρώπους, χυδαιολογεί, επιτίθεται σε όποιον τολμήσει να αρθρώσει λόγο συμπαράστασης υπέρ των θυμάτων, με μοναδικό στόχο την προστασία και την συγκάλυψη των θυτών. Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;
Στις δύο μεγάλες δίκες του ελληνικού ΜeToo στο χώρο του θεάτρου, είναι ξεκάθαρο το modus operandi των συνηγόρων υπεράσπισης . Λασπολογία, δολοφονία χαρακτήρων , δημιουργία εντυπώσεων για δήθεν σκευωρούς, , άλλοτε ζηλόφθονες καλλιτέχνες που θέλησαν να πλήξουν τον εκλεκτό της κ. Μενδώνη, κι άλλοτε ιδεολογικούς αντίπαλους. Λίγο πιο πέρα , τα κορίτσια, οι μηνύτριες του Φιλιππίδη , περάσαν τον δικό τους Γολγοθά , προσπαθώντας να κρατήσουν γερά , να μην λυγίσουν . Ακούγοντας προσβολές και ύβρεις. Όλα τα θύματα είναι ανήθικα, βίζιτες , χαμηλής υποστάθμης άνθρωποι, ενώ οι κατηγορούμενοι ενάρετοι, ταλαντούχοι , ευφυείς , θύματα της επιτυχίας τους. Αν υπάρχει κατι συγκλονιστικό στο ελληνικό MeToo, είναι ακριβώς αυτό : κι οι τελευταίοι έσονται πρώτοι. Η τούμπα των συσχετισμών των υποκειμένων. Οι άνθρωποι χωρίς φωνή, τα τρία προσφυγόπουλα, έβαλαν τον άλλοτε ισχυρό θεατράνθρωπο στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Και τα τρία κορίτσια, όχι πρωταγωνίστριες, όχι σταρς των περιοδικών, τον άλλον. Κι αν αυτό δεν είναι μια στιγμή κατακλυσμού και εκκωφαντικού πάταγου , τότε δεν ξέρω ποια άλλη θα είναι. Κι αν αυτό δεν είναι ήδη μια νίκη, τότε ας νοηματοδοτήσουμε ξανά τη λέξη. Κι είναι λύτρωση και κάθαρση μαζί, ένα βήμα προς την ίαση του τραύματος.
Παρολαυτά είναι σαφές πως ο δημόσιος αυτός διάλογος και η ορατότητα που κερδήθηκε σε τέτοιου είδους παραβιαστικές τακτικές, επικεντρώθηκε κυρίως σε γυναίκες με κοινωνική προβολή και θεσμική στήριξη, καταδεικνύοντας την ταξικότητα του φαινομένου. Αυτή την ευκαιρία στον δημόσιο λόγο χρησιμοποίησαν οι δικές μου συνάδελφοι , αξιοποιώντας τη θέση τους και την αναγνωρισιμότητα τους , ανοίγοντας έτσι τον δρόμο ( όπως θεωρούσαμε), για όλες τις γυναίκες και τα κακοποιημένα υποκείμενα · παρολαυτά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική για τa μη προνομιούχα θύματα. Το κίνημα MeToo δεν μπόρεσε να σπάσει το φράγμα της « διασημότητας» , αφήνοντας στο περιθώριο τις εμπειρίες γυναικών που βρίσκονται σε πιο επισφαλείς κοινωνικές θέσεις. Το #MeToo ανέδειξε ότι η έμφυλη βία δεν είναι μόνο νομικό ή ατομικό ζήτημα, αλλά βαθιά κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο και ότι αυτού του είδους οι παραβιαστικές συμπεριφορές συνδέονται άμεσα με ανισότητες εξουσίας και με κοινωνικές δομές που ευνοούν τη σιωπή των θυμάτων. Αυτή η λογική της σιωπής είναι ιδιαίτερα έντονη στην περίπτωση των μεταναστριών, οι οποίες συχνά στερούνται όχι μόνο κοινωνικής φωνής, αλλά και θεσμικών μηχανισμών προστασίας. Και παρόλο που το το #MeToo είναι πράγματι προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών του δυτικού κόσμου, η ανάγκη του —η αντίσταση στη γυναικεία καταπίεση— είναι καθολική.
Η σύνδεση του #MeToo με τα δικαιώματα των μεταναστών αποκαλύπτει πώς η έμφυλη βία εντείνεται όταν συνυπάρχει με τον κοινωνικό, νομικό και οικονομικό περιθωριοποιημένο χαρακτήρα της μετανάστευσης, αναδεικνύοντας κρίσιμα ζητήματα νομικής προστασίας, πρόσβασης στη δικαιοσύνη και ουσιαστικής ισότητας.
Σε επίπεδο ποινικού δικαίου, η Ελλάδα έχει προβεί τα τελευταία χρόνια σε σημαντικές νομοθετικές αλλαγές. Ο νέος Ποινικός Κώδικας αναγνωρίζει τη σεξουαλική κακοποίηση και τον βιασμό με βάση την απουσία συναίνεσης, ενισχύοντας τη συμβατότητα του ελληνικού δικαίου με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί σεξουαλικής αυτοδιάθεσης. Παράλληλα, η σεξουαλική παρενόχληση έχει αναγνωριστεί ως ποινικά κολάσιμη πράξη, ενώ προβλέπονται επιβαρυντικές περιστάσεις όταν η πράξη τελείται στο πλαίσιο σχέσης εξουσίας. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των διατάξεων παραμένει συχνά προβληματική, ιδίως όταν τα θύματα είναι μετανάστριες χωρίς σταθερό νομικό καθεστώς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, την οποία η Ελλάδα έχει επικυρώσει. Η σύμβαση αυτή επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση να προστατεύουν όλα τα θύματα έμφυλης βίας χωρίς διακρίσεις, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή μεταναστευτικού καθεστώτος. Προβλέπει επίσης την ανάγκη παροχής υποστήριξης, ενημέρωσης και ασφαλών μηχανισμών καταγγελίας. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη, οι μετανάστριες συχνά δυσκολεύονται να κάνουν χρήση αυτών των δικαιωμάτων, είτε λόγω φόβου απέλασης είτε λόγω έλλειψης πρόσβασης σε νομική βοήθεια.
Στο πεδίο του μεταναστευτικού δικαίου, η ελληνική νομοθεσία παρουσιάζει αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σε θύματα εμπορίας ανθρώπων ή σοβαρής εκμετάλλευσης. Από την άλλη, για πολλές μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης δεν υπάρχει σαφής σύνδεση μεταξύ της καταγγελίας και της προστασίας από διοικητικές κυρώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα θύματα να βρίσκονται αντιμέτωπα με τον κίνδυνο σύλληψης ή απέλασης, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά στη διαδικασία αναζήτησης δικαιοσύνης.
Πέραν όμως από τη νομική και εργασιακή επισφάλεια, οι μετανάστριες και οι προσφύγισσες καλούνται να διαχειριστούν και ένα σύνολο πολιτισμικών και θρησκευτικών κανόνων που επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη σεξουαλική παρενόχληση και, κυρίως, το αν και πώς μπορούν να τη καταγγείλουν. Οι παράγοντες αυτοί συχνά λειτουργούν σωρευτικά, ενισχύοντας τη σιωπή και καθιστώντας τις καταγγελίες εξαιρετικά δύσκολες.
Σε πολλές κοινωνίες προέλευσης μεταναστριών, η έννοια της τιμής συνδέεται άμεσα με το σώμα και τη σεξουαλικότητα της γυναίκας. Η σεξουαλική βία ή παρενόχληση δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως πράξη βίας από τον δράστη, αλλά ως «στίγμα» για το θύμα. Η γυναίκα συχνά κοινωνικοποιείται από μικρή ηλικία με την αντίληψη ότι είναι υπεύθυνη για την προστασία της τιμής της οικογένειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η καταγγελία μιας παρενόχλησης μπορεί να εκληφθεί όχι ως διεκδίκηση δικαιοσύνης, αλλά ως πράξη που «εκθέτει» την ίδια και το περιβάλλον της.
Όταν αυτές οι γυναίκες μεταναστεύουν στην Ελλάδα, οι αντιλήψεις αυτές δεν εξαφανίζονται. Αντίθετα, συχνά ενισχύονται, καθώς η κοινότητα λειτουργεί ως μηχανισμός επιβίωσης σε ένα ξένο και πολλές φορές εχθρικό περιβάλλον. Η γυναίκα μπορεί να εξαρτάται από την κοινότητα για εργασία, στέγη ή κοινωνική στήριξη. Σε αυτό το πλαίσιο, μια καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση, κουτσομπολιό ή ακόμη και σε ενδοοικογενειακή βία.
Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις συχνά λειτουργούν συμπληρωματικά σε αυτές τις πολιτισμικές αντιλήψεις. Σε ορισμένα θρησκευτικά πλαίσια, η έμφαση στη σεμνότητα, στην υπακοή και στον παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας μπορεί να οδηγήσει στην εσωτερίκευση της ενοχής. Πολλές γυναίκες πιστεύουν ότι, αν υπέστησαν παρενόχληση, «κάτι έκαναν λάθος». Αυτή η εσωτερικευμένη ενοχή είναι ένας από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς σιωπής.
Στην ελληνική πραγματικότητα, τα πολιτισμικά αυτά εμπόδια συναντούν ένα θεσμικό πλαίσιο που δεν είναι πάντα πολιτισμικά ευαίσθητο. Η διαδικασία καταγγελίας προϋποθέτει άμεση, λεπτομερή και συχνά επαναλαμβανόμενη περιγραφή του περιστατικού. Για γυναίκες που δεν έχουν μάθει να μιλούν ανοιχτά για ζητήματα σεξουαλικότητας, και μάλιστα σε άνδρες αστυνομικούς ή δικαστικούς λειτουργούς, αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι εξαιρετικά τραυματική.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στις περιπτώσεις οικιακής εργασίας, όπου πολλές μετανάστριες εργάζονται ως εσωτερικές φροντίστριες. Εκεί, ο χώρος εργασίας ταυτίζεται με τον χώρο κατοικίας, γεγονός που εντείνει την απομόνωση. Έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου γυναίκες δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση αλλά δεν τόλμησαν να μιλήσουν, όχι μόνο λόγω φόβου απώλειας εργασίας, αλλά και επειδή πίστευαν ότι η καταγγελία θα τις στιγμάτιζε ανεπανόρθωτα.
Αντίστοιχα προβλήματα εμφανίζονται και σε δομές φιλοξενίας προσφύγων. Οι προσφύγισσες συχνά ζουν σε συνθήκες υπερπληθυσμού, με ελάχιστη ιδιωτικότητα. Η καταγγελία ενός περιστατικού μπορεί να τις εκθέσει σε νέο κίνδυνο ή να τις στιγματίσει μέσα στη δομή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επίλυση τέτοιων ζητημάτων επιχειρείται μέσω άτυπων θρησκευτικών ή κοινοτικών μηχανισμών, που συχνά δίνουν προτεραιότητα στη «συμφιλίωση» και όχι στη δικαιοσύνη.
Το #MeToo, ως κίνημα, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δημόσια μαρτυρία. Όμως η δημόσια έκθεση δεν είναι πολιτισμικά ουδέτερη. Για πολλές μετανάστριες στην Ελλάδα, η δημόσια καταγγελία δεν αποτελεί επιλογή ενδυνάμωσης, αλλά πηγή φόβου. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες αυτές αποδέχονται τη βία. Αντίθετα, συχνά αναπτύσσουν διαφορετικές στρατηγικές επιβίωσης, όπως η σιωπή, η αλλαγή εργασίας ή η απομάκρυνση από τον χώρο κινδύνου.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να «επιβάλουμε» ένα ενιαίο μοντέλο καταγγελίας, αλλά να δημιουργήσουμε συνθήκες όπου κάθε γυναίκα μπορεί να μιλήσει με ασφάλεια. Αυτό προϋποθέτει πολιτισμικά ευαίσθητες πολιτικές, εκπαίδευση των αρχών, παρουσία γυναικών διερμηνέων και συνεργασία με οργανώσεις που χαίρουν εμπιστοσύνης στις κοινότητες των μεταναστών. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η κατανόηση των πολιτισμικών και θρησκευτικών διαφορών δεν πρέπει να οδηγεί στην ανοχή της βίας. Αντίθετα, πρέπει να μας βοηθήσει να δημιουργήσουμε ένα πιο δίκαιο και συμπεριληπτικό πλαίσιο προστασίας. Το ελληνικό #MeToo μπορεί να αποτελέσει πραγματικό εργαλείο κοινωνικής αλλαγής μόνο αν συμπεριλάβει και τις πιο αόρατες φωνές. Μια κοινωνία που θέλει να μιλά για ισότητα και δικαιοσύνη οφείλει να διασφαλίζει ότι καμία γυναίκα δεν σιωπά από φόβο, ντροπή ή πολιτισμική απομόνωση.
Το κίνημα #MeToo έχει συμβάλει καθοριστικά στην αναγνώριση της έμφυλης βίας ως κοινωνικού και θεσμικού προβλήματος. Ωστόσο, η προστασία των μεταναστριών παραμένει ανεπαρκής, ιδίως σε επίπεδο εφαρμογής του νόμου. Η ουσιαστική σύγκλιση του #MeToo με τα δικαιώματα των μεταναστών προϋποθέτει θεσμικές εγγυήσεις, αποσύνδεση της καταγγελίας από τον κίνδυνο απέλασης και ενίσχυση των μηχανισμών υποστήριξης. Μόνο μέσα από αυτές τις αλλαγές μπορεί να διασφαλιστεί ότι η καταπολέμηση της έμφυλης βίας στην Ελλάδα θα είναι πραγματικά καθολική και συμπεριληπτική.
Αν κάτι μας έμαθε το κίνημα MeToo και αν κάτι φάνηκε περίτρανα, είναι πως η ζωή των θηλυκοτήτων συχνότατα μπορεί να αποτελέσει φυτώριο κακοποιητικών, παραβιαστικών και παρενοχλητικών συμπεριφορών, και πως η κατάχρηση εξουσίας συμπλέκεται με το ανδρικό προνόμιο και τον μισογυνισμό, με την πιο ακραία μορφή του να είναι η βία. Σωματική , σεξουαλική καθώς και λεκτική και ψυχολογική. Μας έμαθε όμως και κάτι άλλο· πως ο φόβος μπορεί να αλλάξει πλευρά. Γιατί η η απελευθέρωση του γυναικείου λόγου συνοδεύτηκε από τη βαριά σιωπή των ανδρών· μας έδειξε πως η ιστορία των γυναικών που κατήγγειλαν παραβιαστικές συμπεριφορές είναι η ιστορία όλων μας, μια μακρά ιστορία ενσωματωμένης εμπειρίας έμφυλης καταπίεσης· πως μέσα σε ανδροκρατούμενα συστήματα με αυστηρές έμφυλες ιεραρχήσεις, όπου ο νόμος της σιωπής και της συνενοχής ήταν κυρίαρχα, μπορεί να γίνει μια ρωγμή φωτός· πως πλέον οι γυναίκες δημιουργούν μια αλυσίδα φροντίδας και προστασίας μεταξύ τους, αναγνωρίζοντας τα δικαιώματά τους, διεκδικώντας ισότητα και σεβασμό θέτοντας σαφή όρια. Παράλληλα οι κοινωνίες εξελίσσονται, μετατοπίζονται στο νέο. Θεσπίζονται νόμοι προστασίας των θηλυκοτήτων, δημιουργούνται δομές και υποστηρικτικά δίκτυα. Γιατί το MeToo έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη των φεμινιστικών αγώνων, ενώ πολλές θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε διάφορες χώρες του κόσμου έλαβαν χώρα στον απόηχό του. Από τον πολλαπλασιασμό, τη συσσώρευση και τη διεθνοποίηση ιστοριών που γεννιούνται από το μοναχικό «εγώ», που μετατοπίζεται στο «κι εγώ», σχεδιάζεται ένα «εμείς»· ένα σημαντικό πολιτικό υποκείμενο, το «εμείς» των γυναικών, που συνιστά παράγοντα κοινωνικής αλλαγής.
Κυρίως όμως εμείς οι γυναίκες αποκτήσαμε φωνή και ορατότητα. Μαθαίνουμε μια νέα γλώσσα. Μπαίνουμε στη σχέση, την εργασία με νέους κώδικες και νέα εργαλεία. Βαδίζουμε χέρι χέρι, έναν διαγενεακό νέο δρόμο. Που εκτείνεται από τις γυναίκες που κάηκαν στην πυρά ως μάγισσες στο Σάλεμ, τις σουφραζέτες, μέχρι την Μαλάλα Γιουσαφζάι, μια μακρά πορεία διεκδικήσεων, αίματος και συντριβής. Αλλά και κατακλυσμιαίων αλλαγών. Λύτρωσης και ανάσας. Εγώ αδερφή μου σε πιστεύω. Ποτέ δεν είναι αργά για να μιλήσεις. Κι αυτό είναι η νέα κατάκτησης, της νέας εποχής που ανέτειλε. Με την κοινωνία συμπαραστάτη και πιο έτοιμη να ακούσει. Με την πολιτεία πιο θαρραλέα και αποφασισμένη να ευθυγραμμιστεί με τις επιταγές αυτών των νέων προκλήσεων της νέας εποχής. «Όμως αργεί ακόμα να ξημερώσει».
Γιατί κάθε μέρα μετράμε νεκρές αδερφές· κι όσο έστω και μία από εμάς θα νιώθει στο πετσί της τη βία και τον πόνο, όσο θα κινδυνεύει στο σπίτι, στο δρόμο , στην εργασία, η ανάσα όλων μας θα κόβεται προσπαθώντας να απαριθμήσει αυτές που δεν είναι πια μαζί μας και η οργή μας θα ξεχειλίζει. Θα δώσουμε τον αγώνα μας και γι αυτές. Για όσες δεν σώθηκαν και για όσες παλεύουν. Για την Καρολάιν και την Ελένη Τοπαλούδη, τη Γαρουφαλλιά και την Ερατώ, αλλά και για τη Γεωργία Μπίκα. Μια αλυσίδα οδύνης μέχρι την τελική δικαίωση.
«Είναι στιγμές που δειλιάζω άλλοτε δυναμώνω. Όλες αυτές οι γυναίκες εκεί έξω μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω να παλεύω μόνη με το σύστημα. Καλή δύναμη σε όλες μας!»
Από τη φίλη στη Θεσσαλονίκη.
Την ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη!
* Εισήγηση της Δώρας Χρυσικού σε ανοικτή παράδοση με θέμα “Το κίνημα Me Too και η Σύνδεσή του με τα Δικαιώματα των Μεταναστριών” που διοργάνωσε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Διαχείριση της Μαζικής Μετανάστευσης και Πληθυσμών σε Κίνηση» του ΑΠΘ.
META MAGAZINO: Διαβάστε εδώ το χριστουγεννιάτικο τεύχος
- Για να μαθαίνετε πάντα όλα τα νέα, κάντε like στη σελίδα μας olanea.gr













