Ένας ολόκληρος χρόνος πέρασε που έφυγες Μπουφίδη και είπα να ρωτήσω, αν περνάς καλά εκεί πάνω. Ξέρω, θα μου έλεγες πως το «εκεί πάνω» είναι το απάγκιο αυτών που τρομάζουν στην ιδέα του οριστικού τέλους. Όμως και μόνον η εικόνα τού να μας βλέπεις από κάπου, κουβαλάει μία κάποια παρηγοριά. Κάτι παραπάνω ήξερε ο Άσιμος όταν έγραφε τους στίχους. Οπότε, έστω και ως έκφραση μεταφυσικής ανησυχίας, επίτρεψέ μου να καταγράψω κάποιες από τις σκέψεις μου.
Ένας χρόνος Μπουφίδη σίγουρα δεν είναι πολύς αλλά ούτε και λίγος. Σίγουρα η μνήμη αδυνατίζει, αμύνεται, διαγράφει οτιδήποτε την στεναχωρεί. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Έτσι δεν λένε; Η ζωή κοιτάει μπροστά, δεν μπορείς να ζήσεις με τη θλίψη. Κι όμως η θλίψη είναι αυτή που σε κάνει περισσότερο ανθρώπινο, αυτή είναι που σε βοηθάει να αντιληφθείς τη θνητότητά σου, το πεπερασμένο της ύπαρξής σου. Εντάξει, δεν θέλω να καταφύγω στην «υψηλή φιλοσοφία» (άλλωστε ανέκαθεν ήσουν υπέρ των γήινων αντιλήψεων) αλλά πιστεύω πως το να κρατήσω ζωντανή τη μνήμη σου (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) είναι σημαντικό και για μένα τον ίδιο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έπιασα τον εαυτό μου να φαντασιώνεται πως συνομιλεί μαζί σου, μεταφέροντας σου σκέψεις και δισεπίλυτα προβλήματα καθημερινότητας, απέναντι στα οποία στεκόσουν με εκείνο το μειλίχιο χαμόγελο, δίνοντάς μου τις γνώριμες απαντήσεις, τις εδρασμένες σε μία διαφορετική ανάγνωση, που ήθελε τη ζωή να υπηρετεί την πραγματικότητα και όχι το αντίθετο. Που αναζητούσε το νόημα της ζωής στα μικρά καθημερινά πράγματα, την αξία των οποίων σκοπίμως και αδίκως υποβαθμίζουμε . Με την εμπειρία και τις δοκιμασίες των χρόνων, έρχομαι κοντύτερα στα λόγια σου (αν και παλαιότερα διαφωνούσα) , καθώς συνειδητοποιώ πως στη ζωή, εντέλει, «κερδίζουν» αυτοί που δεν φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα και να διαχειριστούν με ωριμότητα τις μικρές και μεγάλες προκλήσεις της πραγματικότητας, είτε αφορούν στιγμές, είτε ελπίδες, είτε όνειρα, είτε απογοητεύσεις, είτε καθημερινές μικρότητες. «Ίσως μάλιστα η ζωή να είναι όμορφη γι’ αυτές μονάχα της μικρότητες» έγραφε ο Λειβαδίτης.
Όμως την παραβάρυνα την κουβέντα μας. Να πάμε σε πιο ανάλαφρα πράγματα. Να θυμηθούμε τα αναγνώσματά μας και την μόνιμη αντιδικία μας για το …τι αξίζει και τι όχι. Για σένα ήταν η χαρά της ανάγνωσης αυτής καθ’ αυτής, χωρίς όρους και προαπαιτούμενα, ως μέσο σκέψης αλλά και διαφυγής. Για μένα μία απαιτητική διαδικασία που ήθελε αυστηρούς κανόνες και ικανές προδιαγραφές. Συμφωνούσαμε πως διαφωνούσαμε αλλά υπήρχαν δύο συγγραφείς στους οποίους συγκλίναμε στον απόλυτο βαθμό: οι Παδούρα (ο αιρετικός Κουβανός) και Λιόσα (ο εμμονικός Χιλιανός). Κατά σύμπτωση κυκλοφορήσανε σχεδόν μαζί, λίγους μήνες πριν, τα δύο τελευταία τους βιβλία. Θα συμφωνούσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη πως εσύ θα αγόραζες τον Παδούρα και εγώ τον Λιόσα, έτσι για να «κρατάμε τους τύπους». Στη συνέχεια θα τα ανταλλάσσαμε μοιραζόμενοι τις εντυπώσεις. Τηρώντας τη συμφωνία έχω αγοράσει ήδη τον Λιόσα. Όμως αντί να φυλλομετρήσω, να «μυρίσω» και να γευτώ τις σελίδες του βιβλίου του, με την ιδέα και μόνον πως δεν θα μοιραστώ μαζί σου τις εντυπώσεις μου, προτίμησα να το αφήσω σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου. Τοποθετημένο εκεί, ανέγγιχτο, νοιώθω πως κρατά ζωντανή τη μνήμη σου όπως μια παλιά αγαπημένη φωτογραφία ή όπως ένα αναμνηστικό αντικείμενο που ανακαλεί συναισθήματα. Και (άρχιζες πολλές προτάσεις με το και) εδώ που τα λέμε Μπουφίδη τα συναισθήματα είναι αυτά που κρατούν ζωντανές τις μνήμες, που δίνουν περιεχόμενο, χρώμα και ουσία στη ζωή ενός ανθρώπου.
Μου λείπεις Στέλιο, όπως λείπεις και στους ανθρώπους που σε αγάπησαν πραγματικά. Μου λείπουν οι κουβέντες μας, τα αιχμηρά σχόλια επί παντός επιστητού, οι ατελείωτες ουζοκατανύξεις, οι αφηγήσεις σου, οι «εξομολογήσεις» μας, οι αναδρομές και περιδιαβάσεις σε ένα παρελθόν γεμάτο από όνειρα, φιλοδοξίες, προσμονές, υψηλές ιδέες και αλλεπάλληλες ήττες. Τελικά από ότι καταλαβαίνω ρε Στέλιο που μόνο που μένει από τη ζωή (πέραν των λίγων αληθινών συναισθημάτων) είναι o πόνος από τις ήττες και τις διαψεύσεις : εντέλει, όσο πιο γρήγορα τις οικειοποιηθεί κανείς τόσο το καλύτερο για τον ίδιο και το περιβάλλον του.
Θα κλείσω αυτό το κείμενο (πάντοτε μου έλεγες πως πρέπει να είμαι άμεσος , σύντομος και περιεκτικός στη γραφή) παραθέτοντάς σου μερικούς ακόμη στίχους του Λειδαβίτη (στον αγαπημένο μας Αναγνωστάκη θα ανατρέξω σε προσεχή μας «συνομιλία», όποτε και εφόσον υπάρξει) που πιστεύω πως εμπεριέχουν όλα όσα ήθελα να σου πω: «…σε κάθε ζωή υπάρχει κάτι πιο βαθύ από τον εαυτό της – η ζωή των άλλων».
META MAGAZINO: Διαβάστε εδώ το καλοκαιρινό τεύχος
- Για να μαθαίνετε πάντα όλα τα νέα, κάντε like στη σελίδα μας olanea.gr











