Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει έντονα τον οικογενειακό προϋπολογισμό, καθώς η μέση μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για αγορές αγαθών και υπηρεσιών ανήλθε το 2025 στα 1.820,20 ευρώ. Για τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα, η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη: περισσότερα από τα μισά χρήματα που δαπανούν κατευθύνονται σε τρόφιμα και στέγαση, δηλαδή σε δύο από τις πιο βασικές ανάγκες της καθημερινότητας.
Τα στοιχεία προκύπτουν από τη νέα Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ και αποτυπώνουν με σαφήνεια το βάρος που εξακολουθεί να έχει η ακρίβεια στη ζωή των ελληνικών οικογενειών. Το 2024, η αντίστοιχη μέση μηνιαία δαπάνη ανερχόταν σε 1.724,54 ευρώ. Μέσα σε έναν χρόνο, η αύξηση έφτασε τα 95,66 ευρώ τον μήνα, ποσοστό 5,5%.
Αν ληφθεί υπόψη η επίδραση του πληθωρισμού και οι υπολογισμοί γίνουν σε σταθερές τιμές, η πραγματική αύξηση της δαπάνης περιορίζεται στο 2,9%. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η μεταβολή δείχνει ότι τα νοικοκυριά συνεχίζουν να χρειάζονται περισσότερα χρήματα για την κάλυψη των ίδιων ή αντίστοιχων αναγκών.
Ακρίβεια και οικογενειακός προϋπολογισμός: Πού κατευθύνονται οι δαπάνες
Η μεγαλύτερη κατηγορία στον μέσο μηνιαίο προϋπολογισμό είναι τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία, τα νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 371,20 ευρώ τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί στο 20,4% της συνολικής τους δαπάνης.
Ακολουθεί η στέγαση, με μέση μηνιαία δαπάνη 268,12 ευρώ ή 14,7% του συνολικού προϋπολογισμού. Στην τρίτη θέση βρίσκονται οι μεταφορές, οι οποίες απορροφούν 247,93 ευρώ τον μήνα, δηλαδή το 13,6% των συνολικών δαπανών.
Οι τρεις αυτές κατηγορίες —τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές— συγκεντρώνουν σχεδόν τα μισά χρήματα που δαπανά κατά μέσο όρο ένα νοικοκυριό. Το γεγονός αυτό περιορίζει σημαντικά τα ποσά που μπορούν να διατεθούν για εκπαίδευση, ψυχαγωγία, ένδυση, υγεία, αποταμίευση ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Η επιβάρυνση είναι ακόμη εντονότερη για τα νοικοκυριά που κατοικούν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Σύμφωνα με την έρευνα, τα νοικοκυριά αυτά διαθέτουν κατά μέσο όρο το 23,4% της συνολικής μηνιαίας δαπάνης τους για τη στέγαση. Μόνο το ενοίκιο αντιστοιχεί στο 17,3% του συνολικού προϋπολογισμού, χωρίς να υπολογίζονται οι λογαριασμοί ενέργειας, η θέρμανση, η συντήρηση και τα κοινόχρηστα.
Η ακρίβεια πλήττει περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν τα νοικοκυριά συγκρίνονται ανάλογα με το επίπεδο των δαπανών τους. Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού, τα τρόφιμα και η στέγαση απορροφούν συνολικά το 54,4% της μηνιαίας δαπάνης.
Με άλλα λόγια, περισσότερα από τα μισά χρήματα που διαθέτουν τα νοικοκυριά αυτά κατευθύνονται σε ανάγκες από τις οποίες είναι δύσκολο να κάνουν περικοπές. Η δυνατότητα περιορισμού των εξόδων είναι επομένως πολύ μικρότερη, καθώς πρόκειται κυρίως για ανελαστικές δαπάνες.
Στο πλουσιότερο 20% του πληθυσμού, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 34,5%. Η διαφορά αγγίζει σχεδόν τις 20 ποσοστιαίες μονάδες και αναδεικνύει την άνιση επίδραση της ακρίβειας. Όσο χαμηλότερη είναι η οικονομική δυνατότητα ενός νοικοκυριού, τόσο μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του απαιτείται για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Για τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ένα μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων μπορεί να κατευθυνθεί σε υπηρεσίες, διασκέδαση, ταξίδια, αποταμίευση ή επενδύσεις. Αντίθετα, τα νοικοκυριά με περιορισμένους πόρους καλούνται να καλύψουν πρώτα τα απολύτως απαραίτητα, συχνά εις βάρος άλλων αναγκών.
Μεγάλες διαφορές ανά περιοχή
Η πίεση στο οικογενειακό πορτοφόλι δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα. Οι μέσες δαπάνες παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με την περιοχή κατοικίας, γεγονός που συνδέεται με το κόστος στέγασης, τις μεταφορικές ανάγκες, την τουριστική δραστηριότητα και το γενικό επίπεδο τιμών.
Στην Αττική, η μέση μηνιαία δαπάνη φτάνει τα 2.081,78 ευρώ, ποσό περίπου 14,4% υψηλότερο από τον πανελλαδικό μέσο όρο. Ακολουθεί το Νότιο Αιγαίο, όπου η μέση δαπάνη ανέρχεται σε 1.997,11 ευρώ.
Πάνω από τα 1.700 ευρώ τον μήνα κινούνται επίσης τα νοικοκυριά στην Κεντρική Μακεδονία, τα Ιόνια Νησιά και την Κρήτη. Σε αρκετές από αυτές τις περιοχές, το υψηλότερο κόστος στέγασης και οι αυξημένες τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες εντείνουν την οικονομική πίεση.
Στον αντίποδα, στη Στερεά Ελλάδα η μέση μηνιαία δαπάνη περιορίζεται στα 1.372,96 ευρώ. Χαμηλότερα επίπεδα καταγράφονται επίσης στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Η χαμηλότερη μέση δαπάνη, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα και καλύτερη οικονομική κατάσταση, καθώς πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τα εισοδήματα, την απασχόληση και το τοπικό κόστος ζωής.
Η διαφορά ανάμεσα σε πόλη και ύπαιθρο
Σημαντική είναι και η απόσταση ανάμεσα στα αστικά και τα αγροτικά νοικοκυριά. Τα νοικοκυριά στις αστικές περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.892,86 ευρώ τον μήνα, ενώ στις αγροτικές περιοχές η μέση δαπάνη διαμορφώνεται στα 1.386,11 ευρώ.
Η διαφορά αυτή μπορεί να συνδέεται με τις υψηλότερες τιμές κατοικίας και υπηρεσιών στις πόλεις, αλλά και με το διαφορετικό καταναλωτικό πρότυπο. Παράλληλα, τα νοικοκυριά της υπαίθρου ενδέχεται να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες ανάγκες για μετακινήσεις και πρόσβαση σε υπηρεσίες, ακόμη κι αν η συνολική τους δαπάνη είναι χαμηλότερη.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί ένα ενιαίο φαινόμενο για όλους. Επηρεάζει διαφορετικά τα νοικοκυριά, ανάλογα με το εισόδημα, την περιοχή κατοικίας και το αν πληρώνουν ενοίκιο.
Η αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης στα 1.820,20 ευρώ το 2025 δείχνει ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία. Ιδιαίτερα για το χαμηλότερο 20% του πληθυσμού, η συγκέντρωση του 54,4% των δαπανών σε τρόφιμα και στέγαση αφήνει ελάχιστο περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη ανάγκη.











