Με αφορμή τις πρόσφατες αποκαλύψεις και τις μεγάλες υποθέσεις που εξετάζουν η Ελληνική Αστυνομία και η ΑΑΔΕ σε επιχειρήσεις εστίασης, μεταξύ άλλων στις περιπτώσεις «Το Χωριάτικο» και Pizza Fan, η Ελληνική Ένωση Επιχειρήσεων Αρτοποιίας και Ζαχαροπλαστικής (Ε.ΕΠ.Α.Ζ.) αναδεικνύει τις έντονες πιέσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Τα αρτοποιεία και τα ζαχαροπλαστεία, επιχειρήσεις με βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία και την καθημερινότητα των καταναλωτών, βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα σύνθετο περιβάλλον αυξημένου κόστους, διαρκών υποχρεώσεων και αθέμιτου ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ένωσης, οι πιέσεις που δέχονται οι επαγγελματίες κινούνται σε δύο βασικούς άξονες. Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα νομικά, λειτουργικά και οικονομικά βάρη που αυξάνονται συνεχώς. Από την άλλη, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η αδυναμία έγκαιρης προστασίας των νόμιμων επιχειρήσεων δημιουργούν συνθήκες που απειλούν τη βιωσιμότητα ακόμη και υγιών και συνεπών επαγγελματιών.
Αρτοποιεία και ζαχαροπλαστεία αντιμέτωπα με εκρηκτικό κόστος
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα αφορά το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως επισημαίνει η Ε.ΕΠ.Α.Ζ., από το 2020 το ενεργειακό κόστος έχει αυξηθεί έως και 150%, επιβαρύνοντας δραματικά τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Τα αρτοποιεία και τα ζαχαροπλαστεία είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρες δραστηριότητες, καθώς απαιτούν καθημερινά τη λειτουργία φούρνων, ψυγείων, καταψυκτών, μηχανημάτων παραγωγής και συστημάτων κλιματισμού.
Παράλληλα, οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες συνεχίζονται. Αλεύρι, ζάχαρη, βούτυρο, σοκολάτα, γαλακτοκομικά προϊόντα, αυγά, έλαια και υλικά συσκευασίας έχουν καταγράψει σημαντικές αυξήσεις, ενώ το κόστος των μεταφορών και της εφοδιαστικής αλυσίδας επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την τελική τιμή. Οι επαγγελματίες καλούνται να απορροφήσουν μέρος αυτών των αυξήσεων, προκειμένου να διατηρήσουν πελατεία και ανταγωνιστικές τιμές, με αποτέλεσμα να περιορίζονται επικίνδυνα τα περιθώρια κέρδους.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη δυσκολότερη λόγω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών. Πολλές οικογένειες περιορίζουν τις δαπάνες τους, ενώ ακόμη και βασικές καθημερινές αγορές επανεξετάζονται. Έτσι, οι επιχειρήσεις βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα στο αυξημένο κόστος παραγωγής και στην ανάγκη να προσφέρουν προϊόντα σε τιμές που παραμένουν προσιτές.
Ψηφιακές και κανονιστικές υποχρεώσεις
Σημαντική επιβάρυνση αποτελούν και οι αλλεπάλληλες ψηφιακές και κανονιστικές υποχρεώσεις. Η εφαρμογή συστημάτων όπως το e-send και το myDATA, οι διασυνδέσεις των POS με τις ταμειακές μηχανές και η ψηφιακή κάρτα εργασίας απαιτούν επενδύσεις σε εξοπλισμό, λογισμικό, τεχνική υποστήριξη και εκπαίδευση του προσωπικού.
Η Ένωση υποστηρίζει ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν εξοντωτικές κυρώσεις για τεχνικές δυσλειτουργίες, οι οποίες δεν συνδέονται απαραίτητα με πρόθεση φοροδιαφυγής. Προβλήματα στη σύνδεση του διαδικτύου, δυσκολίες στη διαβίβαση δεδομένων ή αστοχίες λογισμικού μπορεί να οδηγήσουν σε πρόστιμα χιλιάδων ευρώ, ακόμη και σε άμεση σφράγιση καταστημάτων.
Το ζήτημα που θέτει η Ε.ΕΠ.Α.Ζ. δεν αφορά την ανάγκη για ελέγχους και φορολογική συμμόρφωση. Αφορά, κυρίως, την αναλογικότητα των κυρώσεων. Όπως τονίζει, ένα τεχνικό λάθος ή μια προσωρινή δυσλειτουργία δεν θα πρέπει να εξισώνεται αυτομάτως με οργανωμένη φοροδιαφυγή. Οι επαγγελματίες ζητούν σαφείς διαδικασίες, εύλογες προθεσμίες συμμόρφωσης και διάκριση ανάμεσα στην ακούσια τεχνική αστοχία και την παραβατική συμπεριφορά.
Πρόσθετοι φόροι και επιβαρύνσεις
Το λειτουργικό κόστος αυξάνεται περαιτέρω από την επιβολή μιας σειράς πράσινων και τοπικών φόρων. Περιβαλλοντικά τέλη, τέλη συσκευασίας, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στον καφέ, καθώς και αυξήσεις στα δημοτικά τέλη δημιουργούν ένα επιπλέον βάρος για επιχειρήσεις που ήδη δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις βασικές τους υποχρεώσεις.
Για ένα μικρό αρτοποιείο ή ζαχαροπλαστείο, κάθε επιπλέον χρέωση επηρεάζει άμεσα τη ρευστότητα. Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να καλύπτουν μισθοδοσία, ενοίκια, ενέργεια, προμήθειες, ασφαλιστικές εισφορές, φορολογικές υποχρεώσεις και συντήρηση εξοπλισμού. Όταν σε αυτά προστίθενται συνεχώς νέες επιβαρύνσεις, η λειτουργία τους γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Ο αθέμιτος ανταγωνισμός πλήττει τους συνεπείς επαγγελματίες
Την ίδια στιγμή, οι νόμιμες και συνεπείς επιχειρήσεις αισθάνονται εκτεθειμένες απέναντι σε όσους ενδέχεται να χρησιμοποιούν τον χώρο της αρτοποιίας και της ζαχαροπλαστικής ως προκάλυμμα για άλλες, παράνομες δραστηριότητες. Οι πρόσφατες υποθέσεις που ήρθαν στη δημοσιότητα εντείνουν την ανησυχία στον κλάδο και, σύμφωνα με την Ε.ΕΠ.Α.Ζ., προκαλούν συνολική δυσφήμιση σε έναν επαγγελματικό χώρο στον οποίο δραστηριοποιούνται χιλιάδες έντιμοι επιχειρηματίες.
Η Ένωση υπογραμμίζει ότι η αυστηρότητα της Πολιτείας συχνά εξαντλείται σε τυπικούς ελέγχους και υψηλά πρόστιμα εις βάρος των νόμιμων επιχειρήσεων. Την ίδια ώρα, όμως, η πραγματική οικονομία δεν προστατεύεται επαρκώς από πρακτικές που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και πλήττουν την αξιοπιστία ολόκληρου του κλάδου.
Το αποτέλεσμα είναι να επωμίζεται το κόστος ο συνεπής επαγγελματίας: εκείνος που τηρεί τη φορολογική νομοθεσία, ασφαλίζει το προσωπικό του, εφαρμόζει τους κανόνες υγιεινής, επενδύει στον εξοπλισμό και προσπαθεί να διατηρήσει την επιχείρησή του ανοιχτή μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
Έκκληση για δικαιοσύνη και θεσμική προστασία
Καταλήγοντας, η Ε.ΕΠ.Α.Ζ. ζητά δικαιοσύνη, ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ουσιαστική θεσμική προστασία της υγιούς παραγωγής. Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία την άμεση ελάφρυνση των επιχειρήσεων από τα υπέρογκα λειτουργικά και φορολογικά βάρη, πριν οι συνέπειες γίνουν μη αναστρέψιμες.
Τα αρτοποιεία και τα ζαχαροπλαστεία χρειάζονται ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο λειτουργίας, λογικές κυρώσεις, αποτελεσματικούς ελέγχους και μέτρα που θα ενισχύουν τη βιωσιμότητά τους. Η προστασία των συνεπών επαγγελματιών δεν αποτελεί μόνο κλαδικό αίτημα, αλλά προϋπόθεση για τη διατήρηση θέσεων εργασίας, την ποιότητα των προϊόντων και τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Χωρίς άμεσες παρεμβάσεις, ο κλοιός γύρω από τα αρτοποιεία και τα ζαχαροπλαστεία θα συνεχίσει να στενεύει, με τελικό κόστος για επιχειρήσεις, εργαζομένους και καταναλωτές.











