Οι κυβερνοεπιθέσεις δεν αποτελούν πλέον έναν μακρινό ή θεωρητικό κίνδυνο. Από τα πληροφοριακά συστήματα και τα ηλεκτρονικά καταστήματα έως τα επαγγελματικά ψυγεία και τις γραμμές παραγωγής, κάθε συνδεδεμένη συσκευή μπορεί να γίνει στόχος. Η ψηφιακή ασφάλεια εξελίσσεται, επομένως, σε κρίσιμο παράγοντα για τη λειτουργία και τη συνέχεια μιας επιχείρησης, ενώ η ασφάλιση έναντι κυβερνοεπιθέσεων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία και στην Ελλάδα.
«Δεν υπάρχει επιχείρηση που να μην είναι στόχος», επισημαίνει ο Κώστας Βούλγαρης, επικεφαλής της ομάδας εργασίας Cyber Insurance της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Η αύξηση των σχετικών ασφαλιστηρίων αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Αύξηση στα ασφαλιστήρια για κυβερνοεπιθέσεις
Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΑΕΕ για την περίοδο 2022-2025, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια έναντι ηλεκτρονικών και διαδικτυακών κινδύνων ανήλθαν σε 397.990 το 2025, από 208.747 το 2024. Πρόκειται για αύξηση 90,7% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ το 2022 ο αντίστοιχος αριθμός ήταν μόλις 32.370.
Από το σύνολο των συμβολαίων του 2025, τα 395.232 αφορούσαν φυσικά πρόσωπα, δηλαδή καλύψεις Personal Cyber, και τα 2.758 επιχειρήσεις, δηλαδή Commercial Cyber. Σε ετήσια βάση, τα συμβόλαια για φυσικά πρόσωπα αυξήθηκαν κατά 91,2%, ενώ εκείνα για επιχειρήσεις κατά 35,7%.
Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών δείχνει ότι οι ιδιώτες έχουν στραφεί πιο γρήγορα σε ασφαλιστικές λύσεις για κινδύνους που συνδέονται με ηλεκτρονικές αγορές, υποκλοπή στοιχείων και διαδικτυακές απάτες. Οι επιχειρήσεις, από την άλλη πλευρά, εμφανίζουν αυξανόμενο ενδιαφέρον, αλλά η διείσδυση της συγκεκριμένης ασφάλισης παραμένει πιο περιορισμένη.
Τα συνολικά ανώτατα όρια κεφαλαίων κάλυψης διαμορφώθηκαν σε 3,95 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 2,86 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 38%. Η πανδημία, η εξ αποστάσεως εργασία και η αυξημένη εξάρτηση από τις ψηφιακές υποδομές έκαναν τον κίνδυνο περισσότερο ορατό τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.
Τι δείχνουν οι ζημιές από κυβερνοεπιθέσεις
Τα στοιχεία των ασφαλιστικών εταιρειών δεν καταγράφουν το σύνολο των κυβερνοεπιθέσεων που σημειώνονται στην αγορά. Αφορούν μόνο ασφαλισμένα συστήματα και περιστατικά για τα οποία υποβλήθηκε δήλωση ζημιάς.
Οι δηλωθείσες ζημιές ανήλθαν σε 653 το 2025, έναντι 519 το 2024, σημειώνοντας αύξηση 25,8%. Από αυτές, οι 621 αφορούσαν συμβόλαια φυσικών προσώπων και οι 32 συμβόλαια επιχειρήσεων.
Η μέση συχνότητα ζημιών διαμορφώθηκε το 2025 σε 0,16% για το σύνολο των ασφαλίσεων Cyber. Το ίδιο ποσοστό καταγράφηκε στα συμβόλαια φυσικών προσώπων, ενώ στις επιχειρήσεις ανήλθε σε 1,16%. Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μια επίθεση σε εταιρικά συστήματα μπορεί να προκαλέσει πολύ σοβαρότερες οικονομικές συνέπειες.
Η μέση ζημία υπολογίστηκε σε 1.112 ευρώ για το σύνολο των ασφαλίσεων, σε 472 ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα και σε 13.531 ευρώ για τις επιχειρήσεις. Οι αριθμοί καταδεικνύουν ότι, παρότι οι επιθέσεις σε επιχειρήσεις είναι λιγότερες σε απόλυτο αριθμό, το κόστος τους είναι πολλαπλάσιο.
Στα συμβόλαια φυσικών προσώπων, από τις 75 ζημιές που αναλύθηκαν, οι 61 αφορούσαν ηλεκτρονικές αγορές, ποσοστό 81,3%. Τρεις ζημιές συνδέονταν με spoofing και phishing, δύο με κακόβουλο λογισμικό και εννέα με άλλες αιτίες. Στα συμβόλαια επιχειρήσεων, από τις οκτώ ζημιές που αναλύθηκαν, οι πέντε σχετίζονταν με κακόβουλο λογισμικό και οι τρεις με spoofing και phishing.
Οι πληρωθείσες αποζημιώσεις για ασφαλίσεις Cyber ανήλθαν σε 263.723 ευρώ το 2025, έναντι 392.976 ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας μείωση 32,9%. Αντίθετα, το απόθεμα των εκκρεμών ζημιών αυξήθηκε κατά 21,7%, φτάνοντας τα 462.667 ευρώ, από 380.244 ευρώ το 2024.
Η ΕΑΕΕ διευκρινίζει ότι τα στοιχεία αφορούν οκτώ ασφαλιστικές επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα και βασίζονται στην πληροφόρηση που ήταν διαθέσιμη κατά τον χρόνο σύνταξής της.
Ποιες καλύψεις προσφέρει η ασφάλιση έναντι κυβερνοεπιθέσεων
Οι καλύψεις διαφέρουν ανάλογα με την ασφαλιστική εταιρεία, το προφίλ του ασφαλισμένου και τους ειδικούς όρους του συμβολαίου. Ενδεικτικά, ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει:
– αποκατάσταση ή ανάκτηση δεδομένων,
– επαναφορά πληροφοριακών συστημάτων και λογισμικού,
– αμοιβές εξειδικευμένων τεχνικών και νομικών συμβούλων,
– διαχείριση περιστατικών παραβίασης δεδομένων,
– ενημέρωση πελατών, συνεργατών και αρμόδιων αρχών,
– έξοδα διαχείρισης κρίσης,
– υπηρεσίες αποκατάστασης εταιρικής φήμης,
– κάλυψη απαιτήσεων τρίτων,
– απώλεια εσόδων λόγω διακοπής εργασιών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κάλυψη για τη διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εάν μια κυβερνοεπίθεση καταστήσει προσωρινά αδύνατη τη λειτουργία μιας επιχείρησης, το συμβόλαιο μπορεί να προβλέπει αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη, τις σταθερές δαπάνες που συνεχίζουν να καταβάλλονται και τα πρόσθετα έξοδα που απαιτούνται για την ταχύτερη επαναφορά της λειτουργίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια εμπορική εταιρεία της οποίας το Data Center κρυπτογραφείται από κακόβουλο λογισμικό. Τα πληροφοριακά συστήματα τίθενται εκτός λειτουργίας και η επιχείρηση αδυνατεί να εξυπηρετήσει πελάτες τόσο μέσω του ηλεκτρονικού καταστήματος όσο και από τα φυσικά καταστήματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να συνδράμει με εξειδικευμένους συμβούλους, να καλύψει μέρος του κόστους αποκατάστασης αρχείων και συστημάτων και να υποστηρίξει την επαναλειτουργία της επιχείρησης.
Ο «σιωπηρός κυβερνοκίνδυνος» και οι εξαιρέσεις
Ιδιαίτερη διάσταση αποτελεί ο λεγόμενος «σιωπηρός κυβερνοκίνδυνος» ή Silent Cyber. Πρόκειται για την πιθανότητα μια κυβερνοεπίθεση να προκαλέσει ζημιά η οποία δεν καλύπτεται ούτε εξαιρείται ρητά από ένα παραδοσιακό ασφαλιστήριο περιουσίας ή αστικής ευθύνης.
Για παράδειγμα, κακόβουλο λογισμικό μπορεί να επηρεάσει τα δεδομένα ενός προγραμματιζόμενου μηχανήματος και να προκαλέσει πυρκαγιά σε μια μονάδα παραγωγής. Σε αυτή την περίπτωση τίθεται το ερώτημα εάν η ζημιά καλύπτεται από το ασφαλιστήριο περιουσίας, καθώς η άμεση αιτία συνδέεται με κυβερνοεπίθεση.
Επιπλέον, σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές ενδέχεται να εξαιρούνται από τα ασφαλιστήρια Cyber και να καλύπτονται από άλλες μορφές ασφάλισης. Για τον λόγο αυτό, οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να θεωρούν ότι κάθε συνέπεια μιας κυβερνοεπίθεσης καλύπτεται αυτόματα. Απαραίτητος είναι ο προσεκτικός έλεγχος των ορίων, των απαλλαγών, των προϋποθέσεων και των εξαιρέσεων κάθε συμβολαίου.
Η αυξανόμενη χρήση ψηφιακών συστημάτων καθιστά την ασφάλιση έναντι κυβερνοεπιθέσεων σημαντικό εργαλείο διαχείρισης κινδύνου. Ωστόσο, δεν αντικαθιστά τα μέτρα πρόληψης, όπως οι τακτικές ενημερώσεις λογισμικού, τα αντίγραφα ασφαλείας, ο έλεγχος πρόσβασης και η εκπαίδευση του προσωπικού. Η αποτελεσματική προστασία απαιτεί συνδυασμό τεχνολογικής ασφάλειας, οργανωμένης αντίδρασης και κατάλληλης ασφαλιστικής κάλυψης.











