fbpx
25.4 C
Serres
Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου, 2026
No menu items!

ΑρχικήΕΛΛΑΔΑ - ΚΟΣΜΟΣΟΙΚΟΝΟΜΙΑΤο μεγαλύτερο κομμάτι του εισοδήματος δαπανούν τα ελληνικά νοικοκυριά για το ηλεκτρικό...

Το μεγαλύτερο κομμάτι του εισοδήματος δαπανούν τα ελληνικά νοικοκυριά για το ηλεκτρικό ρεύμα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη

Η πορεία των τιμών στο ηλεκτρικό ρεύμα δεν συμβαδίζει με την εξέλιξη των εισοδημάτων των ελληνικών νοικοκυριών. Αυτό προκύπτει από τη νέα έκθεση του ευρωπαϊκού ρυθμιστή ενέργειας ACER, η οποία εξετάζει τις αλλαγές που σημειώθηκαν στις ευρωπαϊκές αγορές τα τελευταία επτά χρόνια.

Η ανάλυση επικεντρώνεται στο κόστος προμήθειας του ηλεκτρικού ρεύματος για τους οικιακούς καταναλωτές, χωρίς να υπολογίζονται τέλη, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις. Παράλληλα, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε το συγκεκριμένο κόστος από το 2019 έως το 2025, σε συνδυασμό με την εξέλιξη των εισοδημάτων σε κάθε χώρα.

Το ηλεκτρικό ρεύμα απορροφά μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούσαν το 2025 το υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους για ηλεκτρικό ρεύμα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Το ποσοστό ανήλθε στο 3,9% του ετήσιου εισοδήματος, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 746 ευρώ τον χρόνο.

Η Ελλάδα ισοβαθμεί στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης με την Τσεχία. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι το κόστος της ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική επιβάρυνση για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, παρά τη μείωση των τιμών σε σχέση με την περίοδο της ενεργειακής κρίσης.

Από το 2019 έως το 2025, το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται στην κάλυψη των αναγκών ηλεκτροδότησης αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, σε 11 ευρωπαϊκές αγορές καταγράφηκε μείωση, ενώ σε ακόμη οκτώ χώρες σημειώθηκε αύξηση. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο υψηλές ενεργειακές δαπάνες, αλλά και ένα σημαντικό πρόβλημα χαμηλότερων διαθέσιμων εισοδημάτων.

Οι τιμές αυξήθηκαν, αλλά το εισόδημα παραμένει καθοριστικός παράγοντας

Το κόστος προμήθειας του ηλεκτρικού ρεύματος, εκφρασμένο σε ευρώ ανά κιλοβατώρα, αυξήθηκε μέσα στην εξεταζόμενη επταετία κατά 8,8 λεπτά σε ονομαστικούς όρους. Εάν, όμως, ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, η πραγματική αύξηση περιορίζεται στα 4,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα.

Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στη μέση της κατάταξης ως προς το μέγεθος της αύξησης του κόστους. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεν καταγράφει απαραίτητα τη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Ωστόσο, η επίδραση της αύξησης είναι εντονότερη για τα ελληνικά νοικοκυριά, επειδή τα διαθέσιμα εισοδήματα παραμένουν χαμηλότερα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Με άλλα λόγια, η θέση της Ελλάδας στην κορυφή της κατάταξης δεν οφείλεται αποκλειστικά στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος. Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ύψος των εισοδημάτων, καθώς μια δαπάνη που θεωρείται διαχειρίσιμη σε μια πλουσιότερη χώρα μπορεί να αποδεικνύεται δυσβάσταχτη για ένα ελληνικό νοικοκυριό.

Η εικόνα βελτιώθηκε μετά την ενεργειακή κρίση

Τα στοιχεία της ACER αφορούν το 2025, μια χρονιά κατά την οποία οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος είχαν υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφηκαν κατά την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, κυρίως το 2022 και το 2023.

Παρά τη βελτίωση των τιμών, το βάρος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς παραμένει υψηλό. Η υποχώρηση των τιμών χονδρικής δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη ελάφρυνση για τον τελικό καταναλωτή. Οι λογαριασμοί εξακολουθούν να επηρεάζονται από το κόστος προμήθειας, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τους φόρους, τα τέλη και τις εμπορικές πολιτικές των παρόχων.

Η διαφορά ανάμεσα στις τιμές χονδρικής και λιανικής αποτελεί, επομένως, κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της τελικής επιβάρυνσης.

Μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη χονδρική και τη λιανική τιμή

Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της έκθεσης αφορά την απόσταση ανάμεσα στην τιμή χονδρικής και στην τελική τιμή λιανικής. Στην Ελλάδα, η διαφορά ανήλθε πέρυσι στα 64 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Πρόκειται για την τρίτη υψηλότερη απόκλιση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Υψηλότερη διαφορά καταγράφηκε στην Ιρλανδία, με 101 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Ιταλία, με 73 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Το εύρημα αυτό αναδεικνύει τη σημασία της συνολικής διάρθρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και όχι μόνο της διεθνούς πορείας των τιμών. Η διαμόρφωση της τελικής τιμής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως τα κόστη των παρόχων, οι χρεώσεις δικτύου, η φορολογία και οι λοιπές επιβαρύνσεις.

Συνολικά, η έκθεση της ACER δείχνει ότι το ηλεκτρικό ρεύμα εξακολουθεί να καταλαμβάνει δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών. Παρότι οι τιμές έχουν μειωθεί από τα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης και η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη ονομαστική αύξηση του κόστους, τα χαμηλότερα εισοδήματα και η μεγάλη απόσταση μεταξύ χονδρικής και λιανικής τιμής διατηρούν την ενεργειακή επιβάρυνση σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΝΕΑ

- Advertisment -