Επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Αιδεσιμώτατο Καθηγητή Dr Jerry Pillay, ως ενημέρωση για τα του Σινά, απέστειλε ο πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών Μάρκος Μπόλαρης.
Το κείμενο της επιστολής:
Σέρρες, Ελλάδα, 31 Αυγούστου 2026
Προς τον Αιδεσιμώτατο Καθηγητή Dr Jerry Pillay
Γενικό Γραμματέα
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών
Αιδεσιμώτατε Καθηγητά Dr Pillay,
Λαμβάνω την τιμή να απευθυνθώ προς Υμάς, σε μια στιγμή βαθιάς ανησυχίας για το μέλλον της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά και για τη διατήρηση μιας από τις αρχαιότερες αδιάλειπτα ζώσες χριστιανικές κοινότητες στον κόσμο.
Κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Υφυπουργός Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, είχα το προνόμιο να οργανώσω, στις 28 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 2019 στην Αθήνα, διεθνές συνέδριο αφιερωμένο στη Θρησκευτική και Εκκλησιαστική Διπλωματία στον 21ο αιώνα.
Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών τίμησε την πρωτοβουλία εκείνη με τη συμμετοχή του Αιδεσιμ. Καθηγητή Ioan Sauca, τότε Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα του ΠΣΕ. Διατηρώ θερμή ανάμνηση εκείνης της συνάντησης και της κοινής πεποίθησης που εκφράστηκε τότε: ότι ο διάλογος μεταξύ Εκκλησιών, θρησκειών και Κρατών δεν αποτελεί απλώς εργαλείο διπλωματίας, αλλά ευθύνη, όποτε διακυβεύονται θρησκευτικές κοινότητες, η κληρονομιά τους και η ειρηνική τους συνύπαρξη.
Με το ίδιο πνεύμα, και με αίσθηση συνέχειας προς εκείνον τον προγενέστερο διάλογο, τολμώ σήμερα να απευθυνθώ προς Υμάς.
Επί σχεδόν δεκαπέντε αιώνες, η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης διατηρεί αδιάλειπτη μοναστική παρουσία στους πρόποδες του Αγίου Όρους, όπου, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Θεός απεκάλυψε τον Εαυτό Του στον Μωυσή.
Μέσα από την άνοδο και την πτώση αυτοκρατοριών, τις μεταβολές πολιτικών τάξεων και τις διαδοχικές νομικές παραδόσεις, αυτή η μοναδική χριστιανική κοινότητα συνέχισε πιστά την κλήση της στην προσευχή, τη φιλοξενία και την ειρηνική μαρτυρία.
Σήμερα, ωστόσο, αυτή η εξαιρετική συνέχεια αντιμετωπίζει μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις στη μακραίωνη ιστορία της.
Δικαστικές διαδικασίες και σειρά διοικητικών και νομικών εξελίξεων στην Αίγυπτο απειλούν να μεταβάλουν θεμελιωδώς το ιστορικό νομικό και θεσμικό καθεστώς υπό το οποίο έζησε επί αιώνες αυτή η αρχαία κοινότητα. Ταυτοχρόνως, η τυπική αναγνώριση του νεοεκλεγέντος Αρχιεπισκόπου-Ηγουμένου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αφήνοντας τη Μονή χωρίς την πλήρη νομική ικανότητα του πνευματικού και θεσμικού της ηγέτη σε στιγμή εξαιρετικής ευπάθειας.
Η έλλειψη αυτής της αναγνώρισης δεν αποτελεί απλώς τυπικό ή τελετουργικό ζήτημα. Στην πράξη, ο Αρχιεπίσκοπος-Ηγούμενος αδυνατεί να λειτουργήσει πλήρως ως νόμιμος εκπρόσωπος της Μονής: δεν μπορεί ελεύθερα να διορίζει δικηγόρους της επιλογής του για την υπεράσπιση των συμφερόντων της Μονής ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ούτε να έχει πρόσβαση και να διαχειρίζεται τους αιγυπτιακούς τραπεζικούς λογαριασμούς της Μονής. Η συνακόλουθη αποδυνάμωση της νομικής εκπροσώπησης και της θεσμικής διοίκησης πλήττει ευθέως την ικανότητα της Μονής να υπερασπίζεται τα δικαιώματά της και να διοικεί τις δικές της θρησκευτικές υποθέσεις.
Η θέση των ιδίων των μοναχών εγείρει εξίσου σοβαρό ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας και θεσμικής ασφάλειας. Άνδρες που έχουν αφιερώσει είκοσι ή τριάντα χρόνια, και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ περισσότερα, στον μοναστικό βίο στο Σινά, εξακολουθούν να διαμένουν στην Αίγυπτο με ετήσιες τουριστικές άδειες. Η διαδικασία ανανέωσης, όπως αναφέρεται, διαρκεί κάθε χρόνο περισσότερο από τρεις μήνες. Μια κοινότητα της οποίας η κλήση είναι μόνιμη και της οποίας η παρουσία στο Σινά είναι συνεχής από τον έκτο αιώνα αντιμετωπίζεται έτσι, νομικά και διοικητικά, ως διαδοχή προσωρινών επισκεπτών.
Οι περιστάσεις αυτές μετατρέπουν την παρούσα διαφορά από ζήτημα εμπραγμάτου δικαίου σε ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας, θεσμικής αυτονομίας και αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Η αναγνώριση του νομίμου προϊσταμένου μιας θρησκευτικής κοινότητας, η ικανότητα της κοινότητας αυτής να εξασφαλίζει νομική εκπροσώπηση της επιλογής της, να έχει πρόσβαση στα ίδια της τα κεφάλαια, να διατηρεί σταθερό μοναστικό πληθυσμό και να διοικεί την ιερά της περιουσία δεν αποτελούν προνόμια που πρέπει να ανταλλάσσονται με την παραίτηση από ιστορικά εμπράγματα δικαιώματα.
Οι μοναχοί καλούνται ουσιαστικά να ανταλλάξουν αυτούς τους στοιχειώδεις όρους λειτουργίας μιας θρησκευτικής κοινότητας με την παραίτηση από περιουσία την οποία η Αδελφότητα κατέχει και συντηρεί επί πλέον των δεκαπέντε αιώνων, και να αποδεχθούν έτσι την ιδιότητα φιλοξενούμενων ή χρηστών στην ίδια τους τη Μονή. Μια τέτοια συναλλαγή δεν θα διατηρούσε το ιστορικό status quo· θα το αντικαθιστούσε.
Η ανησυχία, συνεπώς, εκτείνεται πολύ πέραν των ζητημάτων ιδιοκτησίας. Διακυβεύεται η θεσμική συνέχεια μιας από τις αρχαιότερες ζώσες μοναστικές κοινότητες του Χριστιανισμού. Εάν η συνέχεια αυτή διαταραχθεί θεμελιωδώς, θα χαθεί κάτι αναντικατάστατο — όχι μόνον για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά για ολόκληρη τη χριστιανική οικογένεια.
Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης δεν ανήκει σε ένα μόνον έθνος. Ανήκει στην πνευματική μνήμη του Χριστιανισμού. Παραμένει ένας από τους ελάχιστους τόπους στη γη όπου οι πρωιμότερες παραδόσεις του χριστιανικού μοναχισμού συνεχίζουν να βιώνονται καθημερινά, αδιάκοπα από τον έκτο αιώνα. Ταυτοχρόνως, η Μονή έχει καταστεί ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ιστορικά παραδείγματα ειρηνικής συνύπαρξης Χριστιανισμού και Ισλάμ. Επί αιώνες, διαδοχικοί μουσουλμάνοι ηγεμόνες επέλεξαν να διατηρήσουν και να προστατεύσουν αυτό το μοναδικό ίδρυμα, αποδεικνύοντας ότι ο σεβασμός της θρησκευτικής πολυμορφίας μπορεί να καταστεί μέρος της ίδιας της πολιτισμικής ταυτότητας ενός έθνους.
Η διαφύλαξη της Αγίας Αικατερίνης αφορά, επομένως, πολύ περισσότερα από μία μονή. Αφορά την προστασία μιας ζώσας μαρτυρίας διαλόγου, συμφιλίωσης και ειρηνικής συνύπαρξης σε μια περιοχή που συχνά σημαδεύεται από σύγκρουση και αστάθεια.
Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών έχει ήδη μιλήσει με σαφήνεια και θάρρος επί του θέματος.
Στις 24 Ιουνίου 2025, η Κεντρική του Επιτροπή εξέφρασε τη σοβαρή της ανησυχία για τις εξελίξεις που αφορούν την Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης και κάλεσε ρητώς σε σαφή και δεσμευτική συμφωνία που θα αναγνωρίζει το δικαίωμα και τον τίτλο της Αγίας Μονής επί του χώρου της εις το διηνεκές και θα εγγυάται την προστασία της θρησκευτικής ζωής και των καθηκόντων της μοναστικής της κοινότητας. Η Κεντρική Επιτροπή ζήτησε επίσης από τον Γενικό Γραμματέα να διαβιβάσει επισήμως την ανησυχία αυτή στον Πρόεδρο της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου και να συνεργαστεί με την UNESCO για την προστασία της Αγίας Μονής ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς και, σημαντικότερα, για τη διατήρηση του χριστιανικού μοναστικού της χαρακτήρα.
Επιθυμώ, επομένως, κατ’ αρχάς να εκφράσω τη βαθιά μου εκτίμηση για τη σαφήνεια και την ηθική ευθύνη με την οποία το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών έχει ήδη αντιμετωπίσει το ζήτημα.
Δυστυχώς, στο διάστημα που μεσολάβησε από την υιοθέτηση εκείνης της απόφασης —αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω προς ευχερή αναφορά— η κατάσταση δεν βελτιώθηκε. Αντιθέτως, οι πιέσεις που ασκούνται στην μοναστική κοινότητα εντάθηκαν.
Οι μοναχοί εξωθούνται προς μια έκβαση που θα απαιτούσε τελικώς είτε να αποδεχθούν τη μεταβίβαση της κυριότητας και του ελέγχου της Μονής και της ιστορικής της περιουσίας στο αιγυπτιακό Κράτος, περιορίζοντας έτσι τα αιώνια δικαιώματά τους σε μορφή εξαρτημένης χρήσης, είτε να αντιμετωπίσουν συνεχιζόμενη νομική και διοικητική ανασφάλεια στη Μονή την οποία η Αδελφότητά τους κατοικεί αδιάλειπτα επί σχεδόν δεκαπέντε αιώνες.
Η ένταση της αναφερόμενης πίεσης αποτελεί αφ’ εαυτής ζήτημα σοβαρής ανησυχίας. Μαρτυρίες ότι η Αδελφότητα και η ηγεσία της πιέζονται να αποδεχθούν διευθέτηση τύπου «λάβε το ή άφησέ το» δεν προέρχονται μόνον από πρόσωπα συνδεδεμένα με τη Μονή. Έχουν επιβεβαιωθεί σε δημόσιες αναφορές από την Egyptian Initiative for Personal Rights (EIPR), ανεξάρτητη αιγυπτιακή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία κάλεσε την αιγυπτιακή κυβέρνηση να παύσει μέτρα και πιέσεις που απειλούν τη Μονή και τα δικαιώματα των μοναχών της. Αιγυπτιακές δημοσιογραφικές αναφορές περιέγραψαν επίσης συνάντηση διάρκειας άνω των επτά ωρών μεταξύ ανωτάτων αιγυπτιακών αξιωματούχων και του Αρχιεπισκόπου-Ηγουμένου, κατά την οποία ο τελευταίος φέρεται να μην είχε ανεξάρτητη νομική συνδρομή, στο πλαίσιο προσπαθειών εξασφάλισης της αποδοχής της προτεινόμενης διευθέτησης.
Οι αναφορές αυτές είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικές, διότι η διευθέτηση προωθείται ενώ η Μονή παραμένει θεσμικά αποδυναμωμένη λόγω της μη αναγνώρισης του Αρχιεπισκόπου-Ηγουμένου της και ενώ εκκρεμεί δίκη περί της περιουσίας της ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Μια θρησκευτική κοινότητα δεν πρέπει να αναγκάζεται να επιλέξει μεταξύ της πρακτικής δυνατότητας να λειτουργεί —νομική εκπροσώπηση, πρόσβαση στα κεφάλαιά της, ασφαλής διαμονή των μοναχών της και αναγνώριση του εκλεγέντος προϊσταμένου της— και της παραίτησης από ιστορικά εμπράγματα δικαιώματα.
Υπάρχει ακόμη μια περαιτέρω και θεμελιώδης ανησυχία ως προς τη διαφύλαξη της ιερής περιουσίας της Μονής. Η αναφερόμενη διευθέτηση δεν περιέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι η ίδια η Μονή θα διατηρήσει ουσιαστική εξουσία επί της συντήρησης, του χειρισμού, της μελέτης και της παρουσίασης των εικόνων, των χειρογράφων, των λειτουργικών αντικειμένων και των λοιπών ιερών θησαυρών της, μέσω ειδικών επιλεγμένων ή εγκριθέντων από την Αδελφότητα, που θα διαθέτουν την αναγκαία εκκλησιαστική όσο και συντηρητική εμπειρογνωμοσύνη. Το ενδεχόμενο τα αντικείμενα αυτά να αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως κρατικώς ελεγχόμενο αρχαιολογικό υλικό, συντηρούμενο ή χειριζόμενο από πρόσωπα εκτός της ζώσας χριστιανικής μοναστικής κοινότητας και χωρίς επαρκείς εκκλησιαστικές εγγυήσεις, θα άλλαζε βαθύτατα τον χαρακτήρα και το νόημά τους.
Η Αγία Αικατερίνη δεν είναι νεκρό αρχαιολογικό μνημείο. Οι εικόνες της είναι αντικείμενα προσκύνησης· τα χειρόγραφά της αποτελούν μέρος της πνευματικής και λειτουργικής κληρονομιάς μιας ζώσας Εκκλησίας· οι ναοί και τα παρεκκλήσιά της παραμένουν τόποι λατρείας· και τα κτήριά της υπάρχουν για να συντηρούν συνεχιζόμενη μοναστική κλήση. Η προστασία της κληρονομιάς πρέπει επομένως να προστατεύει τη ζώσα θρησκευτική κοινότητα που δίνει νόημα στον τόπο, και όχι να υποτάσσει την κοινότητα αυτή σε μοντέλο τουριστικής ή αρχαιολογικής διαχείρισης. Η ίδια η UNESCO περιγράφει την Αγία Αικατερίνη ως χώρο που χρησιμοποιείται συνεχώς για την αρχική χριστιανική μοναστική του λειτουργία από τον έκτο αιώνα και αναγνωρίζει τη Μονή ως αυτοδιοίκητη και ανεξάρτητη υπό τον Αρχιεπίσκοπο-Ηγούμενό της.
Ακριβώς γι’ αυτό οι ανησυχίες που εξέφρασε η Κεντρική Επιτροπή τον Ιούνιο του 2025 έχουν αποκτήσει σήμερα ακόμη μεγαλύτερη επείγουσα σημασία. Ό,τι τότε ήταν σοβαρός κίνδυνος, στο διάστημα του ενδιάμεσου έτους εξελίχθηκε σε διαρκή πίεση προς την Αδελφότητα να αποδεχθεί ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να μεταβάλουν αμετακλήτως το ιστορικό νομικό και θεσμικό καθεστώς της Μονής.
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι πλέον εάν οι ανησυχίες που εξέφρασε η Κεντρική Επιτροπή τον Ιούνιο του 2025 ήταν δικαιολογημένες. Οι εξελίξεις του παρελθόντος έτους, δυστυχώς, τις επιβεβαίωσαν.
Παραμένει ακόμη ένα στενό παράθυρο ευκαιρίας εντός του οποίου μπορεί ακόμη να εξασφαλισθεί ειρηνική και διαρκής λύση.
Δεν ζητώ, επομένως, από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών να υιοθετήσει νέα θέση. Ζητώ, με σεβασμό, τη συνέχιση, στην κρίσιμη αυτή στιγμή, της πορείας δράσης που η ίδια η Κεντρική του Επιτροπή έκρινε ήδη αναγκαία.
Ο συνεχιζόμενος διάλογος του Παγκοσμίου Συμβουλίου με την αιγυπτιακή ηγεσία το θέτει σε ιδιαιτέρως πολύτιμη θέση ώστε να ενθαρρύνει λύση βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό, τη νομική βεβαιότητα, τη θρησκευτική ελευθερία και τη διατήρηση του ιστορικού status quo της Μονής.
Προσκαλώ, επομένως, με σεβασμό το Παγκόσμιο Συμβούλιο να συνεχίσει τον διάλογό του με τις αρμόδιες αρχές της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου· να προωθήσει τη συνεργασία του με την UNESCO και άλλους συναφείς διεθνείς θεσμούς· και, εάν το κρίνει χρήσιμο, να προσφέρει τα καλά του γραφεία ή άλλες πρόσφορες μορφές οικουμενικής ενασχόλησης προς υποστήριξη ειρηνικής και διαρκούς λύσεως.
Ο στόχος δεν είναι ούτε η αντιπαράθεση ούτε η επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις κυρίαρχου Κράτους. Αντιθέτως, είναι η συνδρομή στη διαφύλαξη μιας ιστορικής και θεσμικής συνέχειας που έχει αντέξει επί σχεδόν δεκαπέντε αιώνες και η ενθάρρυνση ακριβώς της σαφούς και δεσμευτικής διευθέτησης την οποία έχει ήδη ζητήσει η ίδια η Κεντρική Επιτροπή.
Μια τέτοια διευθέτηση θα πρέπει να παρέχει αποτελεσματική νομική βεβαιότητα ότι το ιστορικό status quo της Μονής, η θεσμική της αυτονομία, η θρησκευτική της ζωή, η περιουσία της και τα νόμιμα δικαιώματά της θα παραμείνουν προστατευμένα για τις επερχόμενες γενεές. Θα πρέπει επίσης να εγγυάται την αποτελεσματική νομική ικανότητα του κανονικώς εκλεγέντος Αρχιεπισκόπου-Ηγουμένου της· ουσιαστική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και σε συνηγόρους της επιλογής της Μονής· σταθερή διαμονή της Αδελφότητας· αυτόνομη διαχείριση των οικονομικών της Μονής· και αποφασιστική μοναστική εξουσία επί της συντήρησης και της θρησκευτικής χρήσης της ιερής της περιουσίας.
Παραμένω πεπεισμένος ότι η Αίγυπτος, της οποίας ο πολιτισμός έχει επί αιώνες διαφυλάξει αυτή τη μοναδική Μονή, έχει ακόμη την ευκαιρία να αποδείξει ενώπιον ολοκλήρου του κόσμου τη δέσμευσή της στην προστασία μιας κληρονομιάς που ανήκει όχι μόνον σε ένα έθνος ή σε μία Εκκλησία, αλλά στην ανθρωπότητα ως σύνολο.
Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών έχει ήδη δείξει ότι αντιλαμβάνεται την ιστορική σημασία της στιγμής αυτής. Ό,τι χρειάζεται τώρα είναι επιμονή.
Οι αρχές που επιβεβαίωσε η Κεντρική Επιτροπή τον Ιούνιο του 2025 παραμένουν σήμερα εξίσου επίκαιρες όσο και κατά την υιοθέτησή τους. Η εφαρμογή τους θα συνέβαλλε όχι μόνον στη διαφύλαξη της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης, αλλά και στην απόδειξη ότι η χριστιανική αλληλεγγύη, ο διαθρησκειακός διάλογος και ο σεβασμός των ιστορικών θρησκευτικών θεσμών μπορούν να αποδώσουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ελπίζω, επομένως, με σεβασμό ότι το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών θα συνεχίσει να συνοδεύει το ζήτημα αυτό με την ίδια σαφήνεια, μέριμνα και δέσμευση που έχει ήδη επιδείξει, έως ότου επιτευχθεί διαρκής λύση που θα διαφυλάσσει πλήρως το ιστορικό status quo της Μονής, τη θεσμική της συνέχεια, τη θρησκευτική της ζωή, την περιουσία της και τα νόμιμα δικαιώματά της.
Εν όψει της σοβαρότητας της καταστάσεως και των ευρύτερων συνεπειών που μπορεί να έχει για τη χριστιανική παρουσία και τους ιστορικούς εκκλησιαστικούς θεσμούς της Μέσης Ανατολής, θα παρακαλούσα επίσης με σεβασμό η επιστολή αυτή να τεθεί υπόψη των μελών Εκκλησιών του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Πιστεύω ότι η παρούσα κατάσταση της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης αποτελεί ζήτημα θεμιτής μέριμνας ολόκληρης της οικουμενικής οικογένειας και καλεί σε επίγνωση και αλληλεγγύη των Χριστιανών ανά τον κόσμο.
Δεχθείτε, Αιδεσιμώτατε Καθηγητά Dr Pillay, τη διαβεβαίωση της εξαιρετικής μου εκτιμήσεως.
Μάρκος Μπόλαρης
Πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών
της Ελληνικής Δημοκρατίας
Κοινοποίηση:
Σεβ. Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας, Φιλαδελφείας, Ηρακλείου και Χαλκηδόνος κ. Γαβριήλ, Εκκλησία της Ελλάδος
Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών
Επίτροπος, Επιτροπή των Εκκλησιών επί Διεθνών Υποθέσεων του ΠΣΕ
META MAGAZINO: Διαβάστε εδώ το καλοκαιρινό τεύχος
- Για να μαθαίνετε πάντα όλα τα νέα, κάντε like στη σελίδα μας olanea.gr











